SKIP TO MAIN CONTENT

Τέταρτη αύξηση του επιτοκίου για το 2026 από την RBA

Στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών, βρίσκεται, πλέον, το διατραπεζικό επιτόκιο της Αυστραλίας, μετά από την αύξηση, που ανακοίνωσε, σήμερα το μεσημέρι, στις 2 και μισή, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας. Η τέταρτη αύξηση, που λαμβάνει χώρα, φέτος, ανέβασε το επιτόκιο στο 4,60%, από 4,35%, δηλαδή, άνοδος της τάξης του 0,25%.

MICHELE BULLOCK RATES COMPOSITE
A composite of Reserve Bank of Australia Governor Michele Bullock against new housing and rising interst rate bubbles, created on Tuesday, September 21, 2026. (AAP Graphics/Joanna Kordina, AAP Image/Dan Himbrechts) NO ARCHIVING Source: AAP / JOANNA KORDINA/AAPIMAGE

4 min read

Published

Presented by Alexandros Logothetis

Source: SBS


Skip to article content

Για πολλούς δανειολήπτες στεγαστικών δανείων, η εν λόγω αύξηση, θα επιβαρύνει, σημαντικά, τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής, οι οποίες έχουν, ήδη, εκτοξευθεί κατά εκατοντάδες δολάρια φέτος.

Σύμφωνα με ανάλυση του ιστότοπου χρηματοοικονομικών συγκρίσεων Canstar, μια τυπική αύξηση του επιτοκίου, θα πρόσθετε περίπου 107 δολάρια στις μηνιαίες δόσεις ενός δανείου 700.000 δολαρίων, με μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο, ανεβάζοντας τη συνολική αύξηση, φέτος, στα 424 δολάρια το μήνα.

Για ένα στεγαστικό δάνειο 1 εκατομμυρίου δολαρίων, οι μηνιαίες δόσεις αυξάνονται κατά 152 δολάρια, ανεβάζοντας τη συνολική μηνιαία αύξηση, το τρέχον έτος, στα 606 δολάρια, ενώ για ένα δάνειο 500.000 δολαρίων, η μηναία επιβάρυνση είναι 74 δολάρια, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό των 4 αυξήσεων, φέτος, στα 303 δολάρια.

Το κόστος για εν δυνάμει δανειολήπτες

Για τους Αυστραλούς που προσπαθούν να εισέλθουν στην αγορά ακινήτων, η τέταρτη αυτή αύξηση, μειώνει, κατά χιλιάδες, το ποσό που μπορούν να δανειστούν.

Η σημερινή αύξηση των επιτοκίων, μπορεί να μειώσει τη δανειοληπτική ικανότητα ενός μέσου μισθωτού, κατά 11.200 δολάρια, σύμφωνα με την ανάλυση της Canstar, δηλαδή, συνολική πτώση 9 τοις εκατό, από την αρχή του έτους.

Για ένα ζευγάρι, το ποσό αυτό διπλασιάζεται στα 22.400 δολάρια, ανεβάζοντας τη συνολική μείωση στις 94.700 δολάρια.

Οι πληθωριστικές πιέσεις και τι λέει η αντιπολίτευση

Η σημερινή αύξηση ήταν αναπόφευκτη, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις, στην Αυστραλιανή οικονομία, επιμένουν, δίχως να διαφαίνεται φως στην «άκρη του τούνελ».

Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση, για ένταση και ενίσχυση αυτών των πληθωριστικών πιέσεων, λόγω του οικονομικού μείγματος της πολιτικής που ακολουθεί.

Ωστόσο, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Τζιμ Τσάλμερς, υπεραμύνθηκε αυτής της πολιτικής, σημειώνοντας, ότι έχει καταφέρει σημαντική πρόοδο, στον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείματος, και στην παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων.

Απέδωσε, όμως, τις πληθωριστικές πιέσεις που ασκούνται στην αυστραλιανή οικονομία, στους πολέμους που συνεχίζονται μεταξύ Ρωσίας – Ουκρανίας, αλλά, κυριότερα, στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, ο οποίος, όπως τόνισε, επιδείνωσε την κατάσταση, προϊδεάζοντας, μάλιστα, ότι τα στοιχεία του πληθωρισμού, που θα ανακοινωθούν αύριο, θα αντικατοπτρίζουν αυτές τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων.

Πάντως, ο σκιώδης υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Τιμ Γουίλσον, σε δηλώσεις, που έκανε, σήμερα, πριν από την ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας, σημείωσε ότι οι αυξήσεις των διατραπεζικών επιτοκίων στην Αυστραλία, ξεκίνησαν, πολύ προτού ξεσπάσει ο πόλεμος στη Μ. Ανατολή, και, μάλιστα, σε αναντιστοιχία, με άλλες δυτικές οικονομίες.

Η αύξηση του δανειακού κόστους και οι ΗΠΑ

Η αλήθεια είναι ότι Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεματικών των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον νεοδιορισμένο Κέβιν Γουόρς, τον οποίο ο πρόεδρος Τραμπ, τοποθέτησε με αποστολή τη μείωση των επιτοκίων, προχώρησε, πριν από μερικές μέρες, στην πρώτη αύξηση των επιτοκίων, που έχει συμβεί, εδώ, και περισσότερα από 3 χρόνια.

Μια από τις αιτίες, είναι ότι οι επενδυτές ξεφορτώνονται τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, εν μέσω μιας σφοδρής κατάρρευσης της χρηματοοικονομικής αγοράς, ωθώντας, κατ’ επέκταση, τα αμερικανικά και παγκόσμια επιτόκια στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών.

Ανησυχώντας για το δημόσιο χρέος που έχει διπλασιαστεί από την ανάληψη των καθηκόντων του προέδρου Τραμπ, το 2016, και το οποίο έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ (57 τρισεκατομμύρια δολάρια Αυστραλίας), σε συνδυασμό με τον εκτοξευόμενο πληθωρισμό, που τροφοδοτείται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο οποίος παρατείνεται όλο και περισσότερο, οι επενδυτές που αναζητούν ασφαλή χρηματοοικονομικά «λιμάνια», στρέφονται αλλού.

Όπως επισημαίνει ανάλυση του δικτύου ABC, ο συνδυασμός αυτός, δημιουργεί μια ιδιαίτερη κατάσταση στις διεθνείς χρηματαγορές.

Πώς εξελίσσονται τα διεθνή οικονομικά δεδομένα

Επειδή οι ΗΠΑ, εξακολουθούν να είναι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, αποτελούν το διεθνές επενδυτικό κέντρο. Το αμερικανικό δολάριο, παραμένει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Οι ΗΠΑ, παρά τον μειωμένο ρόλο τους, εξακολουθούν να έχουν τον τελευταίο λόγο όσον αφορά στο κόστος παγκόσμιου δανεισμού.

Παράλληλα, ούτε η Κίνα, αλλά, ούτε και η Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι σε θέση, επί του παρόντος, να καλύψουν το κενό ή έστω να αντικαταστήσουν τις ΗΠΑ, τουλάχιστον, μεσοπρόθεσμα.

Επομένως, οι ΗΠΑ, θα συνεχίσουν να αποτελούν το κέντρο αναφοράς των παγκόσμιων οικονομικών δεδομένων.

Πριν από ένα μήνα, τα 10ετή κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ - το παγκόσμιο σημείο αναφοράς για επενδύσεις χωρίς κίνδυνο - είχαν απόδοση επιτοκίου, περίπου 4,65%. Τώρα, η απόδοση αυτή, βρίσκεται σε επίπεδο άνω του 5,2%.

Η αντίστοιχη επίδραση στις χρηματαγορές της Αυστραλίας, είναι άμεση. Η απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων της χώρας, ακολούθησε την ίδια πορεία. Από λιγότερο από 5,1% πριν από ένα μήνα, το αντίστοιχο επιτόκιο έχει πλέον εκτοξευθεί σε πάνω από 5,4%.

Άρα, με βασικό επιτόκιο στο 4,35%, η Κεντρική Τράπεζα της Αυστραλίας (RBA) δεν είχε άλλη επιλογή, από το να προχωρήσει σε μια νέα αύξηση.


Follow SBS Greek

Download our apps

Listen to our podcasts

Get the latest with our exclusive in-language podcasts on your favourite podcast apps.

Watch on SBS

Greek News

Watch it onDemand

Stream now