Μείωση τιμών κατοικιών αλλά και αύξηση σε εθνικό επίπεδο
To τελευταίο τρίμηνο Νοεμβρίου – Ιανουαρίου οι τιμές των κατοικιών στις πρωτεύουσες Πολιτειών και Επικρατειών έπεσαν κατά 0.6%. Στο Σίδνεϊ η πτώση της αξίας τους έφτασε στο 2.1% και στη Μελβούρνη στο 0.1%. Σύμφωνα με τα στοχεία της εταιρίας ανάλυσης δεδομένων «CoreLogic RP» είναι πλέον, και από τα επίσημα στοιχεία, η αγορά κατοικίας στην Μελβούρνη είναι πιο προσιτή απ’ ότι στο Σίδνεϊ, όπως λέει στην SBS ο οικονομικός αναλυτής της εταιρίας, Κάμερον Κούσιερ.
Όπως τονίζει ο οικονομικός αναλυτής, και όσον αφορά το Σίδνεϊ, η ζήτηση για νέες κατοικίες θα αυξάνεται αλλά με όλο και πιο αργό ρυθμό. Για εκείνους που πωλούν τις κατοικίες τους θα πρέπει να είναι πιο ρεαλιστές όσον αφορά την τιμή πώλησης αφού το γενικότερο κλίμα στην κτηματομεσητική αγορά θα επιδεινωθεί.
Στις μεγάλες αυστραλιανές πόλεις η άνοδος, κατά μέσο όρο, έφτασε στο 0,7%. Σε εθνικό επίπεδο και στις πρωτεύουσες Πολιτειών και Επικρατειών η μέση αύξηση βρέθηκε στο 10.7%. Έτσι, η μέση τιμή μιας κατοικίας ανήλθε στα $605,000.
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 7.6 φορές στον μέσο ετήσιο μισθό που ισοδυναμεί με $78,832. Το 2002 αυτό αντιστοιχούσε με 4.3 φορές τις μέσες αποδοχές εκείνης τηε3 χρονιάς.
Στο δεκακάμηνο Ιανουαρίου 2016 – Ιανουαρίου 2017 η τιμή των κατοικιών στο Σίδνεϊ αυξήθηκε κατά 16% και στη Μελβούρνη κατά 11.8%.
Πρόταση για αύξηση του GST
Yπήρξε πρόταση για αύξηση στον λεγόμενο GST που αγγίζει όχι μόνο επιχειρήσεις αλλά και τις δικές μας τσέπες. Η πρόταση προέχεται από την επικεφαλής του Αυστραλιανού Ινστιτούτου Διευθυντών Επιχειρήσεων (Australian Institute of Company Directors) Elizabeth Proust η οποία κάλεσε την κυβέρνηση να προχωρήσει σε φορολογικές μεταρρυθμίσεις στις οποίες θα πρέπει να περιλαμβάνεται και η αύξηση του GST κατά 15% από 10% που είναι σήμερα. Παράλληλα, η κ. Proust προτείνει στην κυβέρνηση να μην μεταβάλει τον φόρο για τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Η πρόταση έρχεται τη στιγμή που το Επιχειρηματικό Συμβούλιο (Business Council) και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προωθούν την μείωση του φόρου μεγαλών επιχειρήσεων στο 25% από 30% μέχρι το 2027. Επίσης, συμπίπτει με την εξαγγελία του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για μείωση του αντίστοιχου φόρου στις ΗΠΑ στο 15% από 35%, αλλά και τη μείωση του στη Μεγάλη Βρετανία στο 17% ώς το 2020.
Ο οργανισμός στον οποίο προεδρεύει η κ. Proust εκπροσωπεί πάνω από 39,000 διευθυντές και ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και από μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.
Λιγότερες οι νέες ελληνικές επιχειρήσεις
Νέα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των νέων επιχειρήσεων φθίνει σημαντικά. Η μείωση αυτή φτάνει στο 50% σε σχέση με το 2008, όπως κατέγραψε μελέτη του διεθνούς μη κερδοσκοπικού οργανισμού στήριξης της επιχειρηματικότητας Endeavor Greece και με βάση στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ). Το 2016 ιδρύθηκαν 28.615 νέες επιχειρήσεις, 33% λιγότερες σε σχέση με το 2012 και οι μισές από το 2008.
Στα συμπεράσματα της μελέτης αναφέρεται ότι η ελληνική επιχειρηματικότητα παραμένει εστιασμένη σε μη παραγωγικούς, όπως η εστίαση, η λιανική τροφίμων και το λιανεμπόριο γενικότερα, χωρίς να στρέφεται μαζικά σε εξαγωγικές δραστηριότητες. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο κλάδος του τουρισμού, στον οποίο και ο αριθμός νέων επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 31% μεταξύ 2012 και ‘16.
Επίκειται εμπορική συμμαχία Μεξικού - ΕΕ
Ττο Μεξικό φαίνεται ότι αποκτά και εμπορικό τείχος με τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδέχεται να υπογράψει εμπορική συμφωνία μαζί του. Μετά την ραγδαία επιδείνωση στις σχέσεις ΗΠΑ και Μεξικού, εξαιτίας του νέου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η Ευρωπαϊκή Ενωση και το Μεξικό, ανακοίνωσαν ότι θέλουν να «επιταχύνουν» τις «εμπορικές συνομιλίες» τους.
Η Ευρωπαία επίτροπος Εμπορίου Σεσίλια Μάλστρομ και ο Μεξικανός υπουργός Οικονομίας Ιλ-ντε-φόνσο Γκουα-χάρντο σε κοινή ανακοίνωση Τύπου ανέφεραν ότι ανησυχούν για την άνοδο του προστατευτισμού σ' όλον τον κόσμο. Το Μεξικό είναι η πρώτη χώρα που υπέγραψε το 1997 μια συμφωνία οικονομικής συνεργασίας με την ΕΕ, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2000.
Ανάρπαστοι οι μεταπτυχιακοί
Περιζήτητοι θεωρούνται όσοι κατέχουν τίτλο μάστερ από τα 100 κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο, με τον μισθό τους να φθάνει τα υψηλότερα επίπεδα την τελευταία δεκαετία, τρία χρόνια μετά την απόκτηση του τίτλου τους.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με έρευνα των Financial Times, οι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου (MBA) των 100 κορυφαίων οικονομικών πανεπιστημίων έλαβαν ετήσιο εισόδημα 142.000 δολάρια το 2016, τρία χρόνια μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους. Αντίθετα, το προηγούμενο έτος ο μέσος μισθός των αποφοίτων ίδιου επιπέδου, μετά την πάροδο τριών ετών, ανήλθε κατά μέσον όρο στα 135.000 δολάρια.
Η πραγματοποίηση ενός μεταπτυχιακού προγράμματος σε ένα από τα 100 καλύτερα οικονομικά πανεπιστήμια αποτελεί επένδυση, δεδομένου ότι τα δίδακτρα αντιστοιχούν στο ετήσιο εισόδημα που λαμβάνει κανείς τρία χρόνια μετά την απόκτηση τίτλου MBA σε διάστημα 8,7 μηνών. , ενώ το 2006 τα δίδακτρα αντιστοιχούσαν σε μέσο εισόδημα 6,7 μηνών.
