Σήμερα, η αναλογία ανδρών προς γυναίκες με αυτισμό εκτιμάται σε 4 προς 1. Ωστόσο νέες μελέτες υποδηλώνουν ότι θα μπορούσε πολύ διαφορετική ώς 2 άντρες ανά προς 1 γυναίκα. Ενώ αυτό το χάσμα σταδιακά μειώνεται, οι γυναίκες άνω των σαράντα ετών αναδεικνύονται σε μία από τις βασικές ομάδες που αναζητούν διάγνωση
Για πολλούς ανθρώπους, η κατανόηση του εαυτού τους ξεκινά από μικρή ηλικία.
Τι γίνεται όμως αν έχεις ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου νιώθοντας διαφορετικός με έναν τρόπο που δεν έχεις λόγια να εξηγήσεις;
Το αίσθημα θλίψης που συνοδεύει τη λήψη μιας διάγνωσης είναι κάτι που η κλινική ψυχολόγος Δρ. Ταμάρα Τζόυ λέει ότι είναι συνηθισμένο.
«Συχνά λένε στις γυναίκες ότι είναι υπερβολικές, ότι είναι «πολύ συναισθηματικές» εξαιτίας των δυσκολιών στη συναισθηματική ρύθμιση που συνδέονται με τον αυτισμό και την Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας.
Αυτό είναι ένα πολύ συνηθισμένο αφήγημα που τους μεταφέρεται σε όλη τους τη ζωή.
Τους λένε, επίσης, ότι έχουν κάποιο ελάττωμα. Και όσον αφορά το κομμάτι του πένθους, είναι κάτι για το οποίο πάντα μιλάω με τις γυναίκες που βοηθώ μετά τη διάγνωση, μπορεί να ακολουθήσει μια πολύ έντονη διαδικασία πένθους.
Η διάγνωση μπορεί να εξηγήσει γιατί αντιμετώπισαν τόσες δυσκολίες στη ζωή τους.
Μπορεί να νιώσουν θυμό και στεναχώρια επειδή αυτό δεν εντοπίστηκε νωρίτερα, από γονείς, εκπαιδευτικούς ή άλλους επαγγελματίες υγείας που επισκέφτηκαν.
Ότι έχουν κάνει πολλές θεραπείες που δεν τις βοήθησαν πραγματικά, ή ότι δοκίμασαν φάρμακα που δεν ήταν πραγματικά κατάλληλα για αυτό που περνούσαν, κ.λπ.
Έτσι, είναι μια ολόκληρη διαδικασία πένθους με πολλά διαφορετικά συναισθήματα: θυμός, κατάθλιψη, αγωνία για τον νεότερο εαυτό τους και για όσα έχουν βιώσει.
Νομίζω ότι αυτή η διαδικασία πένθους είναι σχεδόν καθολική.
Οι άνθρωποι αναρωτιούνται αν η ζωή τους θα μπορούσε να είχε πάρει έναν διαφορετικό, πολύ πιο εύκολο δρόμο, αν το γνώριζαν αυτό για τον εαυτό τους και μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην υποστήριξη και τη φροντίδα που χρειαζόντουσαν, με την κατανόηση αυτή να τις περιβάλλει.»
Η Δρ. Τζόυ λέει ότι υπάρχουν πολλοί πολύπλοκοι παράγοντες που εμπλέκονται στη διάγνωση μιας νευροαναπτυξιακής διαταραχής, όπως ο αυτισμός και την Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας.
Παραδοσιακά, λέει, ο αυτισμός ορίστηκε με στενό τρόπο ως κάτι που αφορά έναν στους δέκα χιλιάδες ανθρώπους και επηρεάζει κυρίως αγόρια.
Αυτή η εστίαση στους άνδρες και τα αγόρια σήμαινε ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια δεν βρίσκονταν στο επίκεντρο της έρευνας για τις νευροαναπτυξιακές διαταραχές για πολύ καιρό, και ότι τείνουν να διαγιγνώσκονται σε μεγαλύτερη ηλικία.
Λέει ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά στα κορίτσια και τις γυναίκες αναγνωρίζονται πλέον καλύτερα.
«Γενικά, τα κορίτσια τείνουν να έχουν πιο επιφανειακές κοινωνικές δεξιότητες.
Συνήθως μπορεί να έχουν μία φίλη, που σχεδόν μετατρέπεται σε ειδικό ενδιαφέρον γι’ αυτές, και είναι πολύ προσκολλημένες σε αυτή τη μία φίλη.
Έτσι, από έξω φαίνεται ότι έχουν παρέες, ενώ τα αγόρια μπορεί να δυσκολεύονται ακόμα και να κάνουν έναν φίλο και να είναι πιο μόνα ή αποστασιοποιημένα.
Ίσως έχουν καλύτερες κοινωνικές δεξιότητες και τείνουν να περνούν απαρατήρητες, καλύπτοντας μερικές από τις δυσκολίες τους.
Αλλά επίσης συχνά, επειδή ο αυτισμός έχει συνδεθεί τόσο συχνά με τα αγόρια και τους άνδρες, τα κορίτσια διαγιγνώσκονταν συχνά με άλλες καταστάσεις, όπως κατάθλιψη ή κοινωνικό άγχος, ή διαταραχές προσωπικότητας, όπως η οριακή διαταραχή προσωπικότητας.
Έτσι, έχουν συχνά κατηγοριοποιηθεί αλλού, επειδή κλινικοί, εκπαιδευτικοί, γονείς κ.λπ. δεν αντιλαμβάνονταν ότι ο αυτισμός μπορεί να εμφανίζεται συχνά σε κορίτσια.»
Καθώς η έρευνα συνεχίζει να εξελίσσεται, η Δρ. Joy λέει ότι οι μεταβαλλόμενες αφηγήσεις γύρω από τον αυτισμό και το Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας μπορεί να οδηγήσουν τους ανθρώπους σε μια βαθύτερη κατανόηση του εαυτού τους, χωρίς ντροπή.
Και ότι αυτό έχει τη δυνατότητα να γκρεμίσει τα εμπόδια και τα στερεότυπα που συχνά εμπόδιζαν τη διάγνωση στις γυναίκες.





