Ο Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, μεταφέρθηκαν στις ΗΠΑ και αναμένεται να εμφανιστούν σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Μανχάταν για την πρώτη διαδικαστική εμφάνιση/απαγγελία κατηγοριών, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι πέρασαν την πρώτη νύχτα υπό κράτηση σε ομοσπονδιακή δομή στο Μπρούκλιν.
Παράλληλα, η αμερικανική Δικαιοσύνη δημοσιοποίησε νέο κατηγορητήριο που αποδίδει στον έκπτωτο πλέον πρόεδρο βαρύτατες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων «ναρκο-τρομοκρατική» συνωμοσία, συνωμοσία εισαγωγής κοκαΐνης και αδικήματα που σχετίζονται με πολυβόλα όπλα.
Σύμφωνα με νομικούς κύκλους, αν και τα εντάλματα και οι κατηγορίες κατά του Μαδούρο εγείρουν σοβαρά ζητήματα φερόμενης ποινικής ευθύνης, η εκτέλεσή τους με στρατιωτική απαγωγή παραβιάζει την κυριαρχία της Βενεζουέλας και δεν σέβονται τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου, που έχουν ιεραρχική υπεροχή σε σχέση με εσωτερικές νομοθετικές διαδικασίες.
Η αντιπρόεδρος της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροντρίγκες εμφανίζεται ως μεταβατική επικεφαλής με θεσμική κάλυψη από τους μηχανισμούς του καθεστώτος και στήριξη κεντρικών πυλώνων του κράτους.
Η στρατιωτική ηγεσία δηλώνει ότι ενεργοποίησε αμυντικές διατάξεις για την «κυριαρχία» και ότι ο μηχανισμός ασφαλείας παραμένει σε λειτουργία.
Έχουν καταγραφεί διαδηλώσεις υπέρ της απελευθέρωσης του Μαδούρο, ενώ αναφέρονται κινητοποιήσεις ένοπλων φιλοκυβερνητικών ομάδων και πολιτοφυλακών, εικόνα που ανεβάζει το ρίσκο κλιμάκωσης, εκφοβισμού ή και συγκρούσεων χαμηλής έντασης.
Παράλληλα, υπάρχουν αναφορές για θύματα και καταστροφές από την επιχείρηση, με την ακριβή έκταση να παραμένει ασαφής λόγω αντικρουόμενων απολογισμών και περιορισμένης ανεξάρτητης επιβεβαίωσης επί τόπου.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους από το Air Force One, ο Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι οι ΗΠΑ ήταν «έτοιμες για μια δεύτερη επίθεση» αλλά «δεν νομίζει ότι θα χρειαστεί» και πως η χώρα του συνομιλεί με «τους ανθρώπους που μόλις ορκίστηκαν», αναφερόμενος στη κ. Ροντρίγκες.
Για την Κούβα δήλωσε ότι αμερικανική επέμβαση πιθανότατα δεν θα χρειαστεί, επειδή «φαίνεται έτοιμη να πέσει από μόνη της», υποστηρίζοντας ότι «πάντα επιβίωνε λόγω Βενεζουέλας».
Ο κ. Τραμπ υπαινίχθηκε ότι η Κολομβία μπορεί να μπει στο κάδρο, εξαπολύοντας σκληρές προσωπικές αιχμές κατά του προέδρου Γουστάβο Πέτρο και αφήνοντας να εννοηθεί ότι μια «παρόμοια επιχείρηση» θα μπορούσε να έχει θέση και εκεί.
Για την Αυστραλία, το δίλημμα είναι προφανές: στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ από τη μία, αλλά και ανάγκη να μην υπονομευτεί η αρχή της κυριαρχίας και των κανόνων που θεωρητικά προστατεύουν και μεσαίες δυνάμεις από αυθαίρετες ενέργειες των ισχυρών. Γι’ αυτό και η δημόσια γραμμή κινείται γύρω από την αποκλιμάκωση και την «στενή παρακολούθηση», χωρίς πλήρη ταύτιση με το αμερικανικό αφήγημα.
Ο ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομίας Τζιμ Τσάλμερς επανέλαβε σήμερα αυτά που έγραψε και ο πρωθυπουργός Άνθονι Αλμπανήζι χθες:
«Η θέση μας είναι να ενθαρρύνουμε τώρα τα εμπλεκόμενα μέρη να συμμετάσχουν σε διάλογο και διπλωματία και να διασφαλίσουν ότι δεν θα υπάρξει κλιμάκωση. Έχουμε εκφράσει τις ανησυχίες μας εδώ και καιρό για το καθεστώς Μαδούρο στη Βενεζουέλα. Είμαστε υποστηρικτές του διεθνούς δικαίου και εναπόκειται στους Αμερικανούς να καταστήσουν σαφή τη νομική βάση των βημάτων που ελήφθησαν το Σαββατοκύριακο.»
Η έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και η προειδοποίηση του Γενικού Γραμματέα Αντόνιο Γκουτέρρες για «επικίνδυνο προηγούμενο» αναδεικνύουν ότι η υπόθεση δεν θα κριθεί μόνο στις αίθουσες δικαστηρίων της Νέας Υόρκης, αλλά και στη διεθνή σκηνή ως τεστ των ορίων της τάξης κανόνων.
Η αντίδραση της Κίνας ήταν σκληρή και ιδεολογικά φορτισμένη. Ο ΥΠΕΞ Ουάνγκ Γι δήλωσε ότι το Πεκίνο δεν αποδέχεται καμία χώρα ως «παγκόσμιο αστυνομικό» ή «παγκόσμιο δικαστή» και ότι η κυριαρχία και η ασφάλεια όλων των κρατών πρέπει να προστατεύονται πλήρως από το διεθνές δίκαιο.
Ινδονησία, Σιγκαπούρη και Μαλαισία εξέφρασαν «βαριά ανησυχία», με τη Μαλαισία να μιλά για «επικίνδυνο προηγούμενο» και να επικαλείται την ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου.
Παράλληλα, το πετρέλαιο παραμένει ο μεγάλος καταλύτης. Η Βενεζουέλα διαθέτει τεράστια αποθέματα, αλλά οι υποδομές, οι κυρώσεις και οι δυσκολίες εξαγωγών καθιστούν την παραγωγή ευάλωτη.
Οι αναφορές για μείωση παραγωγής μετά τα γεγονότα δείχνουν ότι η ενεργειακή πίεση μπορεί να γίνει άμεσο πολιτικό εργαλείο.
Αυτό επηρεάζει όχι μόνο τη Βενεζουέλα όπου οποιοδήποτε σοκ στα έσοδα μεταφράζεται σε κοινωνική ένταση αλλά και τη διεθνή αγορά, έστω και αν το σημερινό μερίδιο της χώρας στην παγκόσμια προσφορά δεν αρκεί από μόνο του για να ανατρέψει τις τιμές.












