Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δημοσίευσε τη νέα Εθνική Στρατηγική για την Άμυνα, η οποία καταγράφει τους στρατηγικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει η Αυστραλία και τη χρηματοδότηση που απαιτείται για την αντιμετώπισή τους.
Η κυβέρνηση αναφέρει ότι οι αμυντικές δαπάνες θα αυξηθούν στο 3% του ΑΕΠ έως το 2033, κάτι που ισχύει για τις χώρες του ΝΑΤΟ, καθώς δέχεται πιέσεις ειδικά από τις ΗΠΑ για αύξηση των δαπανών.
Οι αμυντικές δαπάνες της Αυστραλίας θα αυξηθούν κατά 53 δισεκατομμύρια δολάρια την επόμενη δεκαετία, με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να δηλώνει ότι ανταποκρίνεται σε «εντεινόμενους» παγκόσμιους κινδύνους.
Αυτή η ενίσχυση περιλαμβάνει αύξηση 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Η προηγούμενη Στρατηγική Άμυνας, που δημοσιεύθηκε το 2024, προειδοποιούσε για αυξανόμενο στρατηγικό ανταγωνισμό μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας και για πρωτοφανή στρατιωτική ενίσχυση στην περιοχή Ινδο-Ειρηνικού.
Οι πρόσφατες συγκρούσεις έχουν επίσης επηρεάσει έντονα τη νέα στρατηγική, ιδιαίτερα η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία.
Ο υπουργός Άμυνας Ρίτσαρντ Μαρλς δήλωσε ότι οι τάσεις που εντοπίστηκαν το 2024 επιδεινώνονται, αφού περισσότερες χώρες εμπλέκονται σήμερα σε συγκρούσεις από οποιαδήποτε στιγμή μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και αυτό συμβαίνει σε κάθε περιοχή του κόσμου.
Η αύξηση των 53 δισεκατομμυρίων δολαρίων περιλαμβάνει και έργα που έχουν ήδη ανακοινωθεί, όπως 12 δισεκατομμύρια δολάρια για την αναβάθμιση των ναυπηγείων Henderson στη Δυτική Αυστραλία.
Η εγκατάσταση αυτή θα χρησιμοποιηθεί για τον ελλιμενισμό και τη συντήρηση πυρηνοκίνητων υποβρυχίων στο πλαίσιο της συμφωνίας AUKUS, καθώς και για την κατασκευή φρεγατών κλάσης Mogami στο μέλλον.
Το πακέτο περιλαμβάνει επίσης επενδύσεις ύψους 2 έως 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην τεχνολογία drones.
Το μεγαλύτερο μέρος των πρόσθετων δαπανών τοποθετείται προς το τέλος της δεκαετίας.
Παραδοσιακά, οι αμυντικές δαπάνες της Αυστραλίας κυμαίνονταν γύρω στο 2% του ΑΕΠ και προβλεπόταν να φτάσουν το 2,33% έως το 2033.
Η αντιπολίτευση επικρίνει την κυβέρνηση για «λογιστικά τεχνάσματα», υποστηρίζοντας ότι απαιτούνται πραγματικές αυξήσεις δαπανών.
Στο μεταξύ, στοιχεία από περίπου επτά εκατομμύρια πελάτες της Commonwealth Bank δείχνουν «έντονη» αύξηση των καταναλωτικών δαπανών τον Μάρτιο.
Οι άνω των 65 ετών αύξησαν τις δαπάνες τους κατά 14,2% σε ετήσια βάση, ξεπερνώντας τις νεότερες ηλικιακές ομάδες.
Η αύξηση των δαπανών συνδέεται κυρίως με την άνοδο των τιμών των καυσίμων λόγω του πολέμου στο Ιράν.
Οι δαπάνες των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 2,9% τον Μάρτιο, ενώ οι μεταφορές κατέγραψαν άνοδο 22,9%.
Οι δαπάνες στα πρατήρια καυσίμων αυξήθηκαν περίπου κατά 45%.
Παράλληλα, αυξήθηκαν και οι δαπάνες σε εστίαση, ψυχαγωγία, ενέργεια και ασφάλιση.
Η Commonwealth Bank εκτιμά ότι η κατανάλωση θα επιβραδυνθεί στο μέλλον, γεγονός που θα συμβάλει στη μείωση των πληθωριστικών πιέσεων.
Ωστόσο, μέχρι τότε η Αποθεματική Τράπεζα είναι πολύ πιθανό να αυξήσει και πάλι το βασικό της επιτόκιο, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν οικονομολόγοι, μεταξύ αυτών και η επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας NAΒ, Σάλλυ Ολντ.
«Εξακολουθούμε να προβλέπουμε αύξηση των επιτοκίων από την Αποθεματική Τράπεζα τον Μάιο και νομίζω ότι είναι δίκαιο να πούμε με όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, είναι δύσκολο να προβλέψουμε κάτι διαφορετικό. Η Αυστραλία είχε ήδη υψηλό σχετικά πληθωρισμό και πριν από τον πόλεμο στο Ιράν».
Την ίδια στιγμή, οι αγρότες προειδοποιούν για πιθανή αύξηση έως και 20% στις τιμές τροφίμων, λόγω του αυξημένου κόστους καυσίμων και λιπασμάτων.
Το πετρέλαιο, που είναι κρίσιμο για τη γεωργία, έχει φτάσει περίπου τα 3,20 δολάρια το λίτρο.
Οι αυξήσεις κόστους επηρεάζουν ιδιαίτερα τα γαλακτοκομικά και το κρέας, αλλά αναμένεται να επεκταθούν και στα φρούτα και τα λαχανικά.
Οι αγρότες τονίζουν ότι δεν μπορούν να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος, το οποίο τελικά θα μετακυλιστεί στους καταναλωτές.
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι λαμβάνει μέτρα για τη στήριξη του αγροτικού τομέα και τη διασφάλιση της παραγωγής τροφίμων, απορρίπτοντας προς το παρόν τα σενάρια για τόσο μεγάλη αύξηση τιμών.
Η καλή είδηση της εβδομάδας είναι η διατήρηση της ανεργίας τον μήνα Μάρτιο στο 4.3%, με αύξηση της απασχόλησης η οποία οφείλεται στους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης, οι οποίοι αυξήθηκαν κατά 53.000 άτομα τον Μάρτιο.
Αυτό αντισταθμίστηκε εν μέρει από τη μείωση της μερικής απασχόλησης κατά 35.000 άτομα.
Ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά 17.900 σε 14.767.700 άτομα κατά τη διάρκεια του μήνα.
*Με πληροφορίες από SBS, ABC









