Η συνάντηση διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα, επιβεβαίωσε τη βούληση και των δύο πλευρών να διατηρηθούν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας, παρά τις βαθιές και διαχρονικές διαφορές.
Το μήνυμα που εξέπεμψαν οι δύο ηγέτες ήταν σαφές: συνεργασία όπου υπάρχει περιθώριο, διάλογος στα δύσκολα και προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο.
Στο πεδίο της πρακτικής συνεργασίας, οι δύο πλευρές αναγνώρισαν πρόοδο στο μεταναστευτικό.
Σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη, οι ροές στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί κατά σχεδόν 60% τον τελευταίο χρόνο, αποτέλεσμα, όπως είπε, καλύτερου συντονισμού και ενισχυμένης φύλαξης συνόρων.
Η τραγωδία στα ανοιχτά της Χίου υπενθύμισε, ωστόσο, ότι η μάχη κατά των δικτύων διακινητών παραμένει κρίσιμη.
Σημαντική έμφαση δόθηκε και στην οικονομική συνεργασία. Αθήνα και Άγκυρα επαναβεβαίωσαν τον στόχο αύξησης του διμερούς εμπορίου στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος της δεκαετίας, όπως είπε ο κ. Μητοστάκης…
Ο Έλληνας πρωθυπουργός, αναφέρθηκε χωρίς να κατονομάσει ευθέως το casus belli που έχει ψηφίσει η Τουρκική Εθνοσυνέλευση από το 1995.
Η φράση αυτή ερμηνεύεται ως κάλεσμα για απομάκρυνση της απειλής πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, ένα ζήτημα που βαραίνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις επί τρεις δεκαετίες.
Από την πλευρά του, ο Τούρκος πρόεδρος χαρακτήρισε τον Έλληνα πρωθυπουργό «πολύτιμο φίλο», σημειώνοντας ότι τα προβλήματα «δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου», εφόσον υπάρχει πολιτική βούληση.
«Παρόλο που τα υφιστάμενα ζητήματα είναι ακανθώδη, δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου, αρκεί να υπάρχει καλή θέληση, εποικοδομητικός διάλογος και βούληση για λύση».
Ωστόσο, ο κ. Ερντογάν μίλησε για «αλληλένδετα προβλήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο», διαφοροποιούμενος από την ελληνική θέση περί μίας και μόνης διαφοράς.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του Τούρκου προέδρου στην, όπως την αποκάλεσε, «τουρκική μειονότητα της δυτικής Θράκης», ζητώντας να ωφεληθεί πλήρως από θρησκευτικές και εκπαιδευτικές ελευθερίες.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε πως «το καθεστώς προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία».
Τόνισε δε ότι οι Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης «ζουν αρμονικά με τους χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας», ενώ αναφέρθηκε και στη συρρικνωμένη αλλά ιστορική ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη.
Υπογράφηκαν επτά κείμενα συνεργασίας, μεταξύ των οποίων, μνημόνιο συνεργασίας στον Πολιτισμό, κοινή Δήλωση για έρευνα και τεχνολογία, δήλωση για ετοιμότητα έναντι σεισμών και συμφωνία για ακτοπλοϊκή σύνδεση Θεσσαλονίκης–Σμύρνης.
Παράλληλα, συνεχίζεται το πρόγραμμα προσωρινής θεώρησης Σένγκεν για Τούρκους επισκέπτες σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, με την Αθήνα να επιδιώκει την ανανέωσή του από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στις διεθνείς εξελίξεις, ο κ. Ερντογάν έδωσε έμφαση στη Γάζα, στη Συρία και στην τρομοκρατία. Τόνισε ότι η Τουρκία απορρίπτει την επέκταση του ισραηλινού ελέγχου στη Δυτική Όχθη και υποστήριξε τη λύση των δύο κρατών.
Κάλεσε μάλιστα την Ελλάδα, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, να διατηρήσει στην ατζέντα τη συγκεκριμένη προοπτική.
Οι δύο ηγέτες συζήτησαν επίσης την Ουκρανία, τη συνεργασία στο ΝΑΤΟ ενόψει της Συνόδου Κορυφής της Άγκυρας τον Ιούλιο 2026, καθώς και τις σχέσεις Τουρκίας–ΕΕ.
*Με πληροφορίες από ΑΜΠΑ, ΕΡΤ




