Το Υπουργείο Οικονομικών προειδοποίει ότι οι κίνδυνοι στην οικονομία της χώρας από τη συνέχιση του πολέμου στη Μέση Ανατολή αυξάνονται. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα παρατείνει και για τον Αύγουστο την έκπτωση στον ειδικό φόρο καυσίμων.
Οι οικονομικοί κίνδυνοι για την Αυστραλία από τη συνέχιση του πολέμου στη Μέση Ανατολή αυξάνονται, προειδοποιεί το Υπουργείο Οικονομικών, την ώρα που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εξετάζει αν θα παρατείνει και τον Αύγουστο την επιδότηση στα καύσιμα.
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί μετά την κατάρρευση του μνημονίου συνεννόησης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, εξέλιξη που επηρεάζει και τις τιμές των καυσίμων στην Αυστραλία.
Η τιμή του ντίζελ παραμένει αισθητά υψηλότερη από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, παρά τη μείωσή της σε σχέση με τα τέλη Μαρτίου. Στη βενζίνη, η εικόνα διαφέρει ανά πολιτεία: σε Μελβούρνη, Σίδνεϊ και Μπρίσμπεϊν οι τιμές βρίσκονται κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ στην υπόλοιπη χώρα παραμένουν υψηλότερες.
Η κυβέρνηση είχε μειώσει στο μισό τον ειδικό φόρο καυσίμων και το τέλος χρήσης δρόμων για βαρέα οχήματα για τρεις μήνες.
Η έκπτωση των 32 σεντς το λίτρο στον ειδικό φόρο καυσίμων έληξε στις 30 Ιουνίου, όμως παρατάθηκε για έναν ακόμη μήνα, μειωμένη στα 16 σεντς το λίτρο.
Το μέτρο λήγει στις 2 Αυγούστου και, εφόσον δεν υπάρξει νέα παράταση, οι οδηγοί στην Αυστραλία δεν θα προστατεύονται πλέον από τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων.
Ήδη, την τελευταία εβδομάδα, οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ έχουν καταγράψει σημαντική άνοδο.
Στη Μελβούρνη, η αμόλυβδη αυξήθηκε κατά 6% και διαμορφώθηκε στο 1 δολάριο και 80 σεντς το λίτρο, ενώ το ντίζελ 2 δολάρια και 17 σεντς.
Στο Σίδνεϊ, σύμφωνα με την NRMA, η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης αυξήθηκε κατά 10 σεντς, ενώ το ντίζελ σημείωσε άνοδο 22 σεντς,Ο πρωθυπουργός Άντονι Αλμπανίζι και ο υπουργός Οικονομικών Τζιμ Τσάλμερς έχουν δηλώσει ότι η ελάφρυνση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί επ' αόριστον και πως δεν υπάρχει προς το παρόν σχέδιο παράτασης για τον Αύγουστο, χωρίς όμως να αποκλείουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Ο κ. Τσάλμερς ανέφερε ότι η κυβέρνηση παρακολουθεί καθημερινά τις εξελίξεις, επισημαίνοντας πως οι Αυστραλοί «έχουν ήδη πληρώσει πολύ βαρύ τίμημα για μια σύγκρουση που εξελίσσεται στην άλλη άκρη του κόσμου».
Όπως είπε, μια οριστική λήξη του πολέμου θα ήταν η καλύτερη εξέλιξη για την οικονομία, καθώς όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο αυξάνονται οι πιέσεις στον πληθωρισμό και την οικονομική ανάπτυξη, τόσο στην Αυστραλία όσο και διεθνώς.
Σε ενημερωτικό σημείωμα προς τον υπουργό Οικονομικών, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του ABC, το Υπουργείο Οικονομικών προειδοποιεί ότι η παγκόσμια οικονομία διαθέτει πλέον λιγότερα περιθώρια να απορροφήσει νέες διαταραχές στον εφοδιασμό πετρελαίου.
Σύμφωνα με το έγγραφο, κατά την αρχική φάση της σύγκρουσης οι επιπτώσεις περιορίστηκαν χάρη στην ανακατεύθυνση των εξαγωγών, στη χρήση των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και στη μείωση της ζήτησης.
Ωστόσο, τα παγκόσμια αποθέματα έχουν ήδη μειωθεί, ενώ η επέκταση της σύγκρουσης με τις επιθέσεις των ανταρτών Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα έχει επιβαρύνει περαιτέρω τις μεταφορές πετρελαίου μέσω εναλλακτικών θαλάσσιων οδών.
Παράλληλα, οι επιθέσεις ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε ρωσικά διυλιστήρια οδήγησαν στη διακοπή των ρωσικών εξαγωγών ντίζελ, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τις πιέσεις στη διεθνή αγορά.
Το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι η αγορά πετρελαίου είναι πλέον πιο ευάλωτη και ότι οι τιμές του αργού αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα το προσεχές διάστημα, με τον κίνδυνο νέων αυξήσεων να ενισχύεται όσο συνεχίζεται η σημερινή κατάσταση.
Προειδοποιεί ακόμη ότι ενδεχόμενη χερσαία στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή θα αποτελούσε σημαντική κλιμάκωση και θα επιδείνωνε περαιτέρω τους οικονομικούς κινδύνους.
Στον προϋπολογισμό του Μαΐου περιλαμβάνεται σενάριο σύμφωνα με το οποίο η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να φθάσει τα 200 δολάρια ΗΠΑ το βαρέλι τον Σεπτέμβριο, περίπου στο διπλάσιο των πρόσφατων επιπέδων, οδηγώντας τον πληθωρισμό έως και στο 7,25%.
Την Τετάρτη η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ανακοινώσε τα τελευταία μηνιαία στοιχεία για τον πληθωρισμό,πριν από τη συνεδρίαση της Αποθεματικής στις 10 και 11 Αυγούστου για τα επιτόκια. Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν πιθανή μια νέα αύξηση.
Η κυβέρνηση βρίσκεται παράλληλα υπό πίεση για τη στασιμότητα της οικονομίας και την επίμονη άνοδο του πληθωρισμού, με την αντιπολίτευση να υποστηρίζει ότι οι υψηλές δημόσιες δαπάνες έχουν επιδεινώσει την κατάσταση.





