Ένα σημαντικό βήμα για την ενεργειακή μετάβαση της Αυστραλίας κάνει η Βικτώρια, ανοίγοντας τον πρώτο διαγωνισμό για την ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών πάρκων. Συνολικά δύο γιγαβάτ ενέργειας από τα αιολικά της θάλασσας φιλοδοξούν να καλύψουν τις ανάγκες περίπου ενάμισι εκατομμυρίου νοικοκυριών, καθώς η χώρα προετοιμάζεται για την απόσυρση των μονάδων άνθρακα.
Μια σημαντική εξέλιξη για την ενεργειακή μετάβαση της Αυστραλίας σημειώνεται στη Βικτώρια, όπου άνοιξε επίσημα ο πρώτος διαγωνισμός για την ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών πάρκων.
Η πολιτειακή κυβέρνηση ζητά από τις εταιρείες που έχουν λάβει άδειες διερεύνησης να καταθέσουν προτάσεις για συνολικά δύο γιγαβάτ υπεράκτιας αιολικής ενέργειας.
Πρόκειται για ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που εκτιμάται ότι θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες περίπου ενάμισι εκατομμυρίου νοικοκυριών κάθε χρόνο.
Το σχέδιο αφορά την περιοχή του Gippsland, στα ανατολικά της Βικτώριας, η οποία έχει χαρακτηριστεί από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ως η πρώτη υπεράκτια ζώνη αιολικής ενέργειας της χώρας.
Η περιοχή θεωρείται κατάλληλη λόγω των ισχυρών ανέμων, των σχετικά ρηχών νερών και της εγγύτητάς της με τις υφιστάμενες υποδομές του ηλεκτρικού δικτύου στην κοιλάδα Latrobe.
Εννέα εταιρείες διαθέτουν σήμερα άδειες διερεύνησης για την ανάπτυξη αιολικών πάρκων στην περιοχή, αν και δεν αναμένεται να συμμετάσχουν όλες στον πρώτο διαγωνισμό.
Η κυβέρνηση της Βικτώριας υποστηρίζει ότι η υπεράκτια αιολική ενέργεια θα συμβάλει στην κάλυψη του κενού που δημιουργείται καθώς οι παλιές μονάδες άνθρακα αποσύρονται.
Ο αυστραλιανός διαχειριστής της αγοράς ενέργειας προειδοποιεί ότι μέχρι το 2035 μπορεί να έχει αποσυρθεί περίπου το ένα τρίτο των σημερινών μονάδων άνθρακα.
Υπάρχουν όμως και σημαντικές επιφυλάξεις, καθώς το κόστος κατασκευής στη θάλασσα είναι υψηλότερο από αντίστοιχα έργα στην ξηρά, ενώ στη Βικτώρια υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας αβεβαιότητας: οι πολιτειακές εκλογές του Νοεμβρίου.
Η αντιπολίτευση έχει δηλώσει ότι στηρίζει κατ’ αρχήν την υπεράκτια αιολική ενέργεια, αλλά έχει επικρίνει την κυβέρνηση για τις καθυστερήσεις στην ανάπτυξη του κλάδου.
Και ενώ η Αυστραλία προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο παράγει ενέργεια, οι ίδιες οι ακτές της χώρας αντιμετωπίζουν όλο και μεγαλύτερες πιέσεις.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκεται στη Νότια Αυστραλία.
Στην περίφημη Horseshoe Bay, στο Port Elliot, οι προβλέψεις δείχνουν ότι η ακτογραμμή μπορεί να υποχωρήσει έως και 12 μέτρα μέχρι το 2050, εάν δεν πραγματοποιηθούν σημαντικά έργα προστασίας.
Η περιοχή είναι ένας από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της πολιτείας.
Η παραλία χρησιμοποιείται από οικογένειες, διαθέτει εγκαταστάσεις αναψυχής και αποτελεί σημαντικό κομμάτι της τοπικής οικονομίας, όμως η ακτή έχει ήδη αρχίσει να παρουσιάζει προβλήματα.
Το θαλάσσιο τείχος υπέστη ζημιές μετά από έντονες βροχοπτώσεις και σήμερα προστατεύεται προσωρινά με μεγάλους τσιμεντένιους όγκους και σακιά άμμου.
Οι τοπικές αρχές εξετάζουν διάφορες λύσεις, μεταξύ αυτών είναι η επισκευή και επέκταση ενός ιστορικού κυματοθραύστη, η ενίσχυση του θαλάσσιου τείχους και η μεταφορά νέας άμμου στην παραλία.
Το πρόβλημα όμως είναι το κόστος, καθώς η επέκταση του κυματοθραύστη είχε εκτιμηθεί πέρυσι σε περίπου 18 εκατομμύρια δολάρια.
Η ενίσχυση του θαλάσσιου τείχους μπορεί να κοστίσει ακόμη 3 με 4 εκατομμύρια, ενώ η αναπλήρωση της άμμου μπορεί να απαιτεί έως και ενάμισι εκατομμύριο δολάρια κάθε χρόνο.
Ο δήμαρχος της Alexandrina, Keith Parkes, λέει χαρακτηριστικά ότι ο δήμος δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά τέτοια έργα, αλλά την ίδια στιγμή δεν μπορεί να αφήσει την ακτή απροστάτευτη.
Το Horseshoe Bay δεν είναι μοναδική περίπτωση, καθώς παράκτιοι δήμοι σε ολόκληρη την Αυστραλία βρίσκονται αντιμέτωποι με ολοένα μεγαλύτερο κόστος για την προστασία υποδομών, παραλιών και τουριστικών περιοχών από τη διάβρωση και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας.





