Καθοριστικής σημασίας μπορεί να αποβεί η κατάθεση του πρέσβη των ΗΠΑ στην ΕΕ Γκόρντον Σόντλαντ, στο πλαίσιο των δημοσίων ακροάσεων της Επιτροπής της Αμερικανικής Βουλής, που εξετάζει το ενδεχόμενο αποπομπής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Πρόκειται για μια κατάθεση που σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές καίει τον Αμερικανό πρόεδρο, καθώς, ο κ. Σόντλαντ, δίχως περιστροφές και με τρόπο εμφατικό, υποστήριξε ότι ο κ. Τραμπ του έδωσε εντολή να πιέσει τον Ουκρανό πρόεδρο, για την αποκόμιση πολιτικού οφέλους.
Κατέθεσε, ότι ο πρόεδρος Τραμπ, τον διέταξε να συνεργαστεί με τον προσωπικό δικηγόρο του Ρούντι Τζουλιάνι. Σκοπός αυτής της συνεργασίας, η άσκηση πίεσης, προκειμένου η Ουκρανία να ξεκινούσε μια έρευνα εις βάρος του πολιτικού αντιπάλου του κ. Τραμπ, πρώην αντιπροέδρου και νυν υποψήφιου για το προεδρικό χρίσμα με το Δημοκρατικό Κόμμα, Τζο Μπάιντεν.
Όπως εξήγησε ο κ. Σόντλαντ, η στρατηγική του κ. Τζουλιάνι, προέβλεπε μια διαδικασία δούναι και λαβείν, quid pro quo, δηλαδή, θα εξασφάλιζαν μια συνάντηση του Ουκρανού προέδρου με τον κ. Τραμπ, στο Λευκό Οίκο, αφότου η Ουκρανία, προχωρούσε σε μια ανακοίνωση για την έναρξη έρευνας.
Ο κ. Σόντλαντ ενέπλεξε και άλλους αξιωματούχους σε αυτήν την υπόθεση, και για την ακρίβεια, τον υπουργό Εξωτερικών Μάικ Πομπέο και τον αντιπρόεδρο Μάικ Πενς. Παρέδωσε, μάλιστα στην Επιτροπή και σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε με τον κ. Πόμπεο.
Όπως υποστήριξε είχαν ενεργό ρόλο στην προσπάθεια να πεισθεί η Ουκρανία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για τη διεξαγωγή έρευνας με στόχο τον Τζο Μπάιντεν. Ο κ. Σόντλαντ, υποστήριξε ότι ένας από τους τρόπους ήταν η άσκηση πίεσης στην Ουκρανία, μέσω της παρακράτησης κρίσιμης στρατιωτικής βοήθειας.
Μετά την κατάθεση Σόντλαντ, ο Ντόναλτ Τραμπ διέψευσε τον κ. Σόντλαντ, υποστηρίζοντας ότι κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας του με τον Αμερικανό διπλωμάτη, τον περασμένο Σεπτέμβριο, του εξήγησε ότι δεν επιζητούσε απολύτως τίποτα από την Ουκρανία.





