Η διαφαινόμενη ματαίωση δημιουργίας μεγάλου ανθρακωρυχείου στην Κουινσλάνδη, και η ανακοίνωση της αναστολής λειτουργίας, εργοστασιακής μονάδας επεξεργασίας γάλακτος στην περιοχή Ντένινγκτον της Βικτώριας, είναι μεταξύ άλλων, οι ειδήσεις που θα μας απασχολήσουν στην εβδομαδιαία οικονομική αναφορά.
Το επίμαχο ανθρακωρυχείο επρόκειτο να λειτουργήσει πολύ κοντά στο άλλο αμφιλεγόμενο ανθρακωρυχείο με την επονομασία Adani, που θα βρίσκεται στην περιοχή Carmichael.
Μόλις 30 χλμ μακριά, για την ακρίβεια, και το περίεργο είναι ότι δεν έχει ακουστεί ιδιαίτερα, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο να παράγει πολύ περισσότερο άνθρακα απ’ ότι το Adani. Συγκεκριμένα, όταν θα έφτανε στο ζενίθ της παραγωγής του, θα προμήθευε την αγορά με 38 εκ. τόνους γαιάνθρακα ετησίως, έναντι 10 εκ. τόνων, που σύμφωνα με τα αναθεωρημένα σχέδια, θα παράγει το Αντάνι.
Το εν λόγω ανθρακωρυχείο, κόστους $6,7 δις, με την επονομασία China Stone, θα βρισκόταν 300 χλμ δυτικά της πόλης Μακάι, και αναμενόταν να απασχολήσει 3.000 εργαζομένους. Είναι ιδιοκτησίας της εταιρίας MacMines Austasia, θυγατρικής του ομίλου Meijin Group, που αυτοχαρακτηρίζεται ως η κορυφαία κινεζική εταιρία παραγωγής μεταλλουργικού κωκ.
Σύμφωνα με το ABC, που επικαλείται πληροφορίες από το υπουργείο Φυσικών Πόρων του Κουίνσλαντ, η εταιρία έχει σταματήσει την ανάπτυξη του ανθρακωρυχείου, αφότου μάλιστα εγκατέλειψε και τη διαδικασία αδειοδότησης, τον περασμένο Μάρτιο.
Η εταιρία, δεν έχει δώσει εξηγήσεις, για αυτήν την απόφαση, πάντως, ειδικοί αναλυτές εκτιμούν ότι μάλλον δε συμβαδίζει με τα σχέδια της Κίνας, η οποία απομακρύνεται από την παραγωγή ενέργειας με τη καύση γαιανθράκων, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να υπήρχε θέμα και οικονομικής βιωσιμότητας, με δεδομένη τη δυσκολία που έχουν οι εταιρίες να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση για ανθρακωρυχεία.
Το ορυχείο China Stone, αναμενόταν να λάβει πέντε άδειες εξόρυξης, μετά την υπό όρους έγκριση, που του χορήγησε η κυβέρνηση του Κουίνσλαντ, στα τέλη του περασμένου έτους.
Λουκέτο σε εργοστάσιο επεξεργασίας γάλακτος
Η συνεχώς μειούμενη προμήθεια γάλακτος, ανάγκασε την Νεοζηλανδική εταιρία Fonterra, να κλείσει μια από τις βιομηχανικές μονάδες της στην περιοχή Dennington , που είναι στα νοτιοδυτικά της πολιτείας.
Οι 98 εργαζόμενοι του εργοστασίου ενημερώθηκαν σχετικά χθες. Η εταιρία βρισκόταν σε μια στάση αναμονής και αναθεώρησης των δεδομένων, καθώς οι κτηνοτρόφοι έχουν μειώσει την προμήθεια γάλακτος.
Ο διευθυντής της εταιρίας στην Αυστραλία, Ρενέ Ντεντόνκερ, δήλωσε ότι αν και πρόκειται για μια δύσκολη απόφαση, μακροπρόθεσμα είναι η πλέον συνετή κίνηση.
Ο Neil Smith, επικεφαλής συνδικαλιστής, του National Union of Workers, δήλωσε ότι το κλείσιμο του εργοστασίου αιφνιδίασε εντελώς τους εργαζομένους, οι οποίοι ανέμεναν να χαθούν κάποιες θέσεις ή ώρες εργασίας, αλλά όχι να μπει λουκέτο.
Το συνδικάτο, επιδιώκει να ξεκινήσει διάλογο με την εταιρία προκειμένου κάποιοι εργαζόμενοι να απορροφηθούν στη μονάδα που διαθέτει στην περιοχή του Cobden, επίσης, στα νοτιοδυτικά της Βικτώριας.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι το χωριό του Ντένινγκτον, θα επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από το κλείσιμο του εργοστασίου καθώς με μόλις 1900 κατοίκους, πάνω από το 5% του πληθυσμού αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της ανεργίας.
Το εργοστάσιο, είναι ηλικίας άνω των 100 ετών, που η Fonterra αγόρασε από τη Nestle το 2005.
Τέλος, σε καθεστώς εκκαθάρισης, έχει εισέλθει μια κορυφαία εταιρία παραγωγής οίνου και cider της πολιτείας.
Η αναφορά του λόγου για την Winemaking Tasmania, η οποία παρέχει υπηρεσίες οινοποιίας και εμφιάλωσης σε 30 μικρούς αμπελουργούς, και υπολογίζεται ότι προμηθεύει την αγορά με το 5% της συνολικής παραγωγής κρασιού της Τασμανίας.
Πατήστε Play πάνω στην εικόνα για να ακούσετε την οικονομική αναφορά της εβδομάδας.





