Ο Παναγιώτης Λυσσιώτης κατάγεται από την Κύπρο.
Μετανάστευσε με τους γονείς του στην Αυστραλία στις αρχές της δεκαετίας του 1950 όταν ακόμα το νησί ήταν κάτω από αγγλική κατοχή.
Σπούδασε στην Αυστραλία και έμαθε τη γλώσσα του κατακτητή νωρίς.
Σε συνέντευξη στο περιοδικό Kalliope X. το 2021 όταν ρωτήθηκε πώς έμαθε αγγλικά απάντησε ως εξής:
«Δεν θυμάμαι πως έμαθα αγγλικά. Μια μέρα, ήταν σαν να ήμουν στη Βηθλεέμ και συνέβη ένα θαύμα: μπορούσα να μιλώ αγγλικά. Πώς συνέβη αυτό; Δεν υπήρχε μάθημα αγγλικών ως δεύτερη γλώσσα, υπήρχαν μόνο αγόρια και κορίτσια στο σχολείο και κάθονταν και μάθαιναν».
Στα πρώτα του έργα τέχνης, χρησιμοποιούσε το φωτομοντάζ για να εξερευνήσει πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, ενώ οι μετέπειτα φωτογραφίες του εξερευνούν τη σχέση μεταξύ φωτογραφίας και μνήμης.
Ο ομογενής εικαστικός Γιώργος Μιχελακάκης και συγγραφέας του βιβλίου «Η Ελπίδα σε Κρίση – Κουλτούρα και Τέχνη στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», έγραψε εκεί πως «το έργο [του Λυσσιώτη] ξεχωρίζει, επειδή στέκεται φανερά με απορία και καχυποψία, απέναντι στα καθορισμένα μέσα που μας παρέχει ο πολιτισμός μας – την εικόνα και τη γλώσσα – για να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή».
Ο Λυσσιώτης έχει εκθέσει σε πολλές αίθουσες τέχνης το έργο του ενώ καταπιάστηκε με την παραγωγή βιβλίων ως μορφή τέχνης ιδρύοντας την δική του εκδοτική επιχείρηση, την Masterthief.

Τα βιβλία του, τα οποία έχουν κυκλοφορήσει σε μικρό αριθμό αντιτύπων, έχουν αγοραστεί από ιδιώτες συλλέκτες, αίθουσες τέχνες και βιβλιοθήκες στην Αυστραλία, τις ΗΠΑ, την Ελβετία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και την Κύπρο.
Την απαγγελίες των ποιημάτων ο Λυσσιώτης της εμπιστεύτηκε στον φίλο του, συνάδελφο καλλιτέχνη και Κύπριο συμπατριώτη και μεταφραστή Φρίξο Ιωαννίδη.
Το 2004 κυκλοφόρησε η συλλογή «Το Πουλί, το Καμπαναριό».
Στο έργο αυτό έχουμε μια ολόκληρη ενότητα 6 ποιημάτων, με τα οποία ο Λυσσιώτης εκθέτει τις απόψεις του για τις αδυναμίες του φωτογραφικού μέσου.

Ο Δημήτρης Βαρδουλάκης είναι συγγραφέας, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Western Sydney University και φιλόσοφος.
Στο προίμιο της συλλογής «Το Πουλί, το Καμπαναριό», από τις εκδόσεις Owl Publishing του 2005, γράφει πως «η ποίηση [του Λυσσιώτη] είναι απτική, ένα χάδι στον κόσμο.
«Η ελληνική λέξη για το κλισέ, το τετριμμένο, του ταιριάζει απόλυτα: τα ποιήματά του πηγάζουν από τις τετριμμένες, φθαρμένες όψεις του κόσμου, αλλά και χρησιμοποιούν την τεχνική της τριβής για την παραγωγή μιας μη δημιουργικής εικόνας, της πολυχρησιμοποιημένης ή τετριμμένης εικόνας του φωτομοντάζ.
«Τελικά, το απτικό στοιχείο είναι εκείνο που καθιστά το έργο του Λυσιώτη πρωτοποριακό».

Ο Λυσσιώτης μεγαλώνοντας διάβαζε Άγγλους λογοτέχνες, αλλά και Ιρλανδούς όπως ο Σάμιουελ Μπέκετ και ο Τζέιμς Τζόις.
Μετά αγάπησε τους Γάλλους, όπως τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, τον Βίκτωρ Ουγκώ και τον Εμίλ Ζολά.
Από τους Αυστραλούς ξεχώρισε την Christina Stead και τον Patrick White.
Έπειτα άρχισε να διαβάζει και τους Έλληνες: τον Γιάννη Ρίτσο, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Νίκο Γκάτσο, τον Τάκη Σινόπουλο, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιώργο Σεφέρη.
Στη συνέντευξή του στον περιοδικό Kalliope X, ο Λυσσιώτης περιγράφει τη σχέση του με την ελληνική γλώσσα:
«Μιλούσα ελληνικά, αλλά δεν διάβαζα έργα στα ελληνικά μέχρι που πήγα στο ελληνικό σχολείο.
«Ήταν δύο φορές την εβδομάδα, την Τρίτη και την Παρασκευή στη Μελβούρνη.
«Δίδασκαν συνήθως Έλληνες εργάτες από κάποιο εργοστάσιο που ήταν παθιασμένοι με τα ελληνικά και έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό.
«Και την Παρασκευή ερχόταν ένας ιερέας και μας έδινε και κανά χαστούκι όταν δεν προφέραμε σωστά τη γλώσσα».
Τα βιβλία ήταν και είναι πάντα το καταφύγιο του Λυσσιώτη.
«Σκέφτομαι καλύτερα είτε διαβάζοντας ένα βιβλίο είτε φτιάχνοντας ένα βιβλίο».
ΑΚΟΥΣΤΕ εδώ όλα τα επεισόδια της σειράς

Ποίηση στους Αντίποδες




