Από τον Οκτώβριο του 2024, φαίνεται να έχει τεθεί στο στόχαστρο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ), ο κατηγορούμενος για κατασκοπεία σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας. Τον σχετικό συναγερμό, σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές πληροφορίες, ήχησε η αμερικανική μυστική υπηρεσία CIA, η οποία διαπίστωσε ότι η Κίνα, είχε αποκτήσει πρόσβαση σε απόρρητα νατοϊκά έγγραφα και σχέδια, τα οποία σχετίζονταν με την Ελλάδα.
Η σχετική πληροφορία, διαβιβάστηκε από την ΕΥΠ, στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), οπότε και ξεκίνησε έρευνα για τα πρόσωπα τα οποία είχαν πρόσβαση, στην ιστοσελίδα του ΝΑΤΟ, που περιείχε τα απόρρητα στοιχεία.
Η πρόσβαση του αξιωματικού σε ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Σκάι, ο 54χρονος σμήναρχος, «είχε πρόσβαση σε ιδιαιτέρως ευαίσθητες πληροφορίες: Στις συχνότητες στρατηγικών μέσων όπως ραντάρ, αερο-τάνκερ, συστήματα αεράμυνας και υποβρύχια».
Αν και δεν είχε πρόσβαση, σε επιχειρησιακά σχέδια, καθώς δεν ήταν ιπτάμενος αξιωματικός, ως μηχανικός, όμως, γνώριζε τα πρωτόκολλα, που αφορούν μεθόδους με τις οποίες τα συστήματα διασυνδέονται και επικοινωνούν με κοινά κέντρα επιχειρήσεων διασύνδεσης. Επιπλέον, είχε πρόσβαση σε διαδικασίες κρυπτογράφησης, οι οποίες αφορούν κώδικες που χρησιμοποιεί το ΝΑΤΟ, ενώ η υψηλή διαβάθμιση που διέθετε, του έδινε τη δυνατότητα να γνωρίζει ποιοι άλλοι είχαν γνώση των απόρρητων νατοϊκών πληροφοριών.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι κινεζικές υπηρεσίες πληροφοριών θα μπορούσαν να μάθουν σχέδια του ΝΑΤΟ, και τακτικές, να εντοπίσουν αδυναμίες ασφαλείας, και να ταυτοποιήσουν την ιεραρχία, στοχεύοντας σε πιθανούς νέους στόχους κατασκοπείας.
Η στρατολόγηση και η ακόλουθη δράση
Η στρατολόγησή του φαίνεται πώς έγινε στο Πεκίνο το 2024. Ο σμήναρχος, ταξίδεψε στην κινεζική πρωτεύουσα, με το πρόσχημα συμμετοχής σε σεμινάρια εκμάθησης της κινεζικής γλώσσας. Ωστόσο, ως αξιωματικός όφειλε να δηλώσει την πραγματοποίηση του συγκεκριμένου ταξιδιού, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Αυτό το στοιχείο, φαίνεται και να παγίωσε την αντίληψη των ελληνικών και αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας, για πιθανή κατασκοπευτική δράση.
Στην αρχή, οι πληροφορίες που μοιραζόταν με τον Κινέζο στρατολόγο και χειριστή του, ήταν ήσσονος σημασίας, και αφορούσαν γεωπολιτικές μελέτες. Για αυτές φέρεται να αμειβόταν με 500-600 ευρώ. Όταν, όμως, άρχισε να αναπτύσσεται η σχέση και η εμπιστοσύνη, μεταξύ των δύο ανδρών, η παροχή πληροφοριών προχώρησε στην διαρροή απόρρητων στρατιωτικών εγγράφων. Η επικοινωνία τους, μάλιστα, φέρεται πως ήταν σχεδόν καθημερινή.
Ο κατηγορούμενος, διέθετε ένα δεύτερο κινητό τηλέφωνο, αδήλωτο, προς την υπηρεσία του, το οποίο του είχε προμηθεύσει, ο Κινέζος χειριστής. Μέσω αυτού, και με τη χρήση ειδικού κρυπτογραφημένου λογισμικού, φωτογράφιζε και έστελνε τα απόρρητα έγγραφα. Στο ίδιο κινητό υπήρχε και λογαριασμός με κρυπτονομίσματα, όπου ελάμβανε τα χρηματικά ποσά, για τις υπηρεσίες που φέρεται να παρείχε.
Τα ποσά αυτά κυμαίνονταν από 5.000 έως και 15.000 Ευρώ, τα οποία φαίνεται στη συνέχεια να διοχέτευε σε προσωπικούς λογαριασμούς, από τους οποίους αντλούσε σιγά-σιγά διάφορα μικροποσά 200-300 Ευρώ. Σύμφωνα, μάλιστα, με τις δημοσιογραφικές πληροφορίες, φρόντιζε να εμφανίζεται μεταμφιεσμένος στα ATM, όπου έκανε τις σχετικές αναλήψεις. Κρίσιμο στοιχείο του κατηγορητηρίου, είναι ότι υπάρχει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, την πηγή του οποίου δεν μπορεί να εξηγήσει.
Πιθανό ευρύτερο δίκτυο κατασκοπείας
Ωστόσο, το κρισιμότερο στοιχείο το οποίο απασχολεί τις αρχές ασφαλείας, είναι οι πιθανές διασυνδέσεις που έχει, με ένα ευρύτερο δίκτυο κατασκοπείας υπέρ της Κίνας, που δρα στην Ελλάδα. Από τις έρευνες, φαίνεται να προκύπτουν ύποπτες σχέσεις με κάποιους απόστρατους αξιωματικούς της Πολεμικής Αεροπορίας, που δραστηριοποιούνται, πλέον, στον ιδιωτικό τομέα, έχοντας σχέση με κινεζικές εταιρίες.
Επιπρόσθετα, σημαντικό ρόλο, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, φαίνεται να διαδραματίζει και μια γυναίκα, η οποία δεν είναι εν ενεργεία ή πρώην στρατιωτικός, ωστόσο, θεωρείται ότι βρίσκεται ψηλά στην ιεραρχία του πιθανολογούμενου δικτύου στρατολόγησης εν δυνάμει κατασκόπων.












