Το 1954 η διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα κατέληγε στην Ελβετία. Μια χώρα που διατήρησε ουδέτερη στάση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ουσιαστικά ήταν η ισχυρότερη οικονομικά της Ευρώπης.
Σε αυτή τη διοργάνωση συμμετείχε η Δυτική Γερμανία, σε αντίθεση με τη Λαϊκή Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία, όπως και η ΕΣΣΔ, δεν δήλωσε συμμετοχή λόγω του Ψυχρού Πολέμου.
Από τις 16 ομάδες των τελικών αυτή που ξεχώριζε ήταν η Ουγγαρία που διέθετε ποδοσφαιριστές παγκόσμιας κλάσης, όπως οι Φέρεντς Πούσκας, Γιόζεφ Μπόζικ, Ζόλταν Τσίμπορ και άλλοι.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ουγγαρία ήταν αήττητη από τον Μάιο του 1950, διαλύοντας δύο φορές την Αγγλία σε φιλικά παιχνίδια, ενώ είχε κερδίσει το χρυσό μετάλλιο στην Ολυμπιάδα του Ελσίνκι το 1952.
Η Ουγγαρία στον δεύτερο όμιλο έκανε επίδειξη ισχύος, συντρίβοντας τη Δ. Γερμανία με 8-3.
Ελάχιστοι θα πίστευαν ότι η ίδια ομάδα που είχε δεχθεί 8 γκολ, θα έφτανε μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου και μάλιστα να διεκδικεί το τρόπαιο από αυτούς που την συνέτριψαν.
Και όμως στον τελικό της Βέρνης οι δύο ομάδες που παρατάθηκαν στον αγωνιστικό χώρο ήταν η Ουγγαρία και η Δυτική Γερμανία.
Παρότι οι Γερμανοί βρέθηκαν από νωρίς πίσω στο σκορ με 2-0 κατάφεραν να κάνουν την ολική ανατροπή και να πανηγυρίσουν στο τέλος το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας τους, σε μια νίκη που χαρακτηρίστηκε ως θαύμα που άλλαξε το ποδόσφαιρο για πάντα και η οποία πολλά χρόνια μετά μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη.
Έξι λεπτά πριν την λήξη του τελικού σε μία αντεπίθεση των Γερμανών ο Φριτς Βάλτερ πάσαρε στον Ραν και αυτός δεν δυσκολεύτηκε να κάνει το 3-2. Οι Μαγυάροι ισοφάρισαν λίγο πριν την λήξη με τον Πούσκας, ο οποίος αγωνιζόταν παρότι ήταν τραυματίας, αλλά ο διαιτητής ακύρωσε το γκολ ως οφσάιντ και δύο λεπτά αργότερα σφύριξε την λήξη.
Τόση ήταν η δίψα για τον αγώνα αυτό που τα εισιτήρια του τελικού βγήκαν στη μαύρη αγορά, όπου πωλούνταν 450 φράγκα αντί 30 που ήταν η κανονική τους τιμή.
Ο Βιογράφος Τζιόρτζι Σολόσι θυμάται την σημασία που είχε το ποδόσφαιρο την εποχή εκείνη για την κομμουνιστική ηγεσία της Ουγγαρίας που μετά την ήττα αυτή, έπαψε να το χρησιμοποιεί σαν όπλο επιβολής.

Η εξιλέωση της Βραζιλίας
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 ανατέθηκε στη Σουηδία και μέχρι και σήμερα παραμένει ίσως το πιο θεαματικό. Αυτή ήταν η διοργάνωση στην οποία μας συστήθηκε ο 17χρονος Πελέ, ποδοσφαιριστής που έμελλε να εξελιχθεί, κατά πολλούς, στον σημαντικότερο του κόσμου.
Η διοργάνωση της Σουηδίας θα αποτελέσει την πρώτη που θα μεταδοθεί τηλεοπτικά σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Στον πρώτο ημιτελικό βρέθηκε η οικοδέσποινα χώρα που κατάφερε να πάρει την πρόκριση από την κάτοχο του τροπαίου Δυτική Γερμανία.
Στον άλλο ημιτελικό στο «Ρασούντα» της Στοκχόλμης η Βραζιλία του Πελέ αντιμετώπισε την Γαλλία με το «Μαύρο Διαμάντι», όπως ήταν το προσωνύμιο του, να πετυχαίνει τρία γκολ σε διάστημα 25 λεπτών και να οδηγεί την ομάδα του στη νίκη με 5-2.
Στις 29 Ιουνίου η Βραζιλία θα έκλεινε τις πηγές από τον χαμένο τελικό του 1950, γευόμενη το νέκταρ της επιτυχίας.
Καλύτερο ξεκίνημα δεν θα μπορούσαν να φανταστούν οι Σουηδοί οι οποίοι μόλις στο 4’ έκαναν το 1-0 με τον Λίντχολμ, βάζοντας πίσω στο σκορ για πρώτη φορά στο τουρνουά τη Βραζιλία.
Ο γκολ αυτό στάθηκε αφορμή να δώσουν τέλος στη ζωή τους περίπου 250 Βραζιλιάνοι, πιστεύοντας πως το φάντασμα του 1950 επέστρεφε και πάλι.
Η μοίρα, ωστόσο. είχε άλλα σχέδια και ο Βαβά με δύο γκολ έστειλε την ομάδα του στα αποδυτήρια μπροστά στο σκορ.
Στο δεύτερο ημίχρονο έλαμψε το αστέρι του Πελέ, ο οποίος μαζί με τον Ζαγκάλο οδήγησε τη χώρα του στο υψηλότερο σκαλί του κόσμου για πρώτη φορά στην ιστορία της, γράφοντας το τελικό 5-2.
Η εικόνα του 17χρονου Πέλε που είχε πετύχει έξι γκολ στην παρθενική του εμφάνιση σε ένα Μουντιάλ, να κλαίει στις αγκαλιές των συμπαικτών του, αποτελεί κορυφαία έκρηξη αυτού του σπουδαίου ταλέντου που μόλις άρχισε να γράφει τη δική του ιστορία στον κόσμο του ποδοσφαίρου.
Ο ίδιος πολλά χρόνια μετά σε συνέντευξή του θα πει πως η κατάκτηση αυτή ήταν η υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα του ως παιδί μόλις 9 ετών όταν τον είδε να κλαίει για το στραπάτσο του Μαρακανά το 1950.

Το Μουντιάλ της σεισμόπληκτης Χιλής
Ελάχιστοι θα περίμεναν ότι το 7ο παγκόσμιο κύπελλο θα διεξαγόταν κάπου αλλού πλην της Αργεντινής. Η χώρα του ταγκό διέθετε τα γήπεδα, την ποδοσφαιρική κουλτούρα και ήταν αυτή που είχε κάποιο παράπονο, αφού σε σχέση με τις Ουρουγουάη και Βραζιλία, δεν είχε φιλοξενήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Ανάμεσα στις υποψήφιες χώρες ήταν και η Χιλή που δύο χρόνια νωρίτερα είχε βιώσει την μανία του εγκέλαδου.
Η σεισμική δόνηση των 9,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, που έπληξε την χώρα στις 22 Μαΐου 1960 είχε προκαλέσει τον θάνατο σε περίπου 5.000 ανθρώπους και σοβαρότατες υλικές ζημιές.
Μάλιστα ο πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας, Κάρλος Ντίτμπορν είχε παραδεχθεί πως η Χιλή δεν έχει τώρα τίποτα, γι’ αυτό και θα πρέπει να έχει το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Τα λόγια του κέρδισαν τη FIFA, η οποία ανέθεσε στη Χιλή της διοργάνωση. Τραγική ειρωνεία ο Ντίτμπορν δεν πρόλαβε να δει το τουρνουά, καθώς πέθανε πριν ξεκινήσει η τελική φάση.
Η διοργάνωση θα μείνει στην ιστορία για το χαμηλής ποιότητας θέαμα που προσέφερε.
Τρανό παράδειγμα της δυσαρέσκειας που επικρατούσε στις τάξεις των θεατών ο αγώνας μεταξύ της Ουρουγουάης με την Κολομβία, με τους περισσότερους από αυτούς να φεύγουν από το γήπεδο, πολύ νωρίτερα από την λήξη του.
Στην ιστορία έμεινε και η αναμέτρηση μεταξύ της οικοδέσποινας Χιλής με την Ιταλία, με τον αγώνα να θυμίζει περισσότερο αγώνα ράγκμπι παρά ποδοσφαίρου. Τα σκληρά μαρκαρίσματα, τα γρονθοκοπήματα και οι κλωτσιές έπεφταν… βροχή και από τις δύο πλευρές.
Ο αγώνας μέχρι και σήμερα θεωρείται ο πιο βίαιος στην ιστορία του ποδοσφαίρου και αποτέλεσε την αφορμή που μερικά χρόνια αργότερα ο διαιτητής της συγκεκριμένης αναμέτρησης, Κεν Άστον, επινόησε την κόκκινη και την κίτρινη κάρτα.
Λάδι στην φωτιά της αντιπαλότητας των δύο ομάδων έριξαν τα ρεπορτάζ Ιταλών δημοσιογράφων που με κείμενά τους δυσφήμισαν την πρωτεύουσα Σαντιάγκο και τις γυναίκες της Χιλής πριν από τη διοργάνωση.
Παρά τις αρνητικές κριτικές, όμως, η διοργανώτρια χώρα κατάφερε να δώσει τα διαπιστευτήρια της εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου και να προκριθεί έως την ημιτελική φάση, πριν η πορεία της σταματήσει στην κάτοχο του τροπαίου Βραζιλία.
Οι Βραζιλιάνοι νίκησαν με 4-2 τους διοργανωτές και πήραν για δεύτερη σερί φορά το εισιτήριο για τον τελικό. Αντίπαλός τους Τσεχοσλοβακία που άφησε με τη σειρά της εκτός την Γιουγκοσλαβία.
Όπως το 1958 στη Στοκχόλμη, έτσι και το 1962 η Βραζιλία βρέθηκε να κυνηγάει το σκορ.
Με τους Αμαρίλντο, Ζίτο και Βαβά, απόντος του Πελέ, η Βραζιλία θα κατακτούσε για δεύτερη διαδοχική φορά στην ιστορία της το Παγκόσμιο Κύπελλο.

H πρώτη και τελευταία της Αγγλίας
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 θα φιλοξενούσε η Αγγλία και θα έμελλε να είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που θα κατακτήσει το βαρύτιμο τρόπαιο.
Ένα από τα ομορφότερα παιχνίδια της ιστορίας του Παγκοσμίου Κυπέλλου πραγματοποιήθηκε στο «Γκούντισον Παρκ», μεταξύ Πορτογαλίας και Βόρειου Κορέας.
Οι περίπου 52.000 θεατές και τα εκατομμύρια των τηλεθεατών είδαν την ομάδα της Βορείου Κορέας να προηγείται με 3-0, πριν αναλάβει δράση ο θρυλικός Εουσέμπιο και με τέσσερα προσωπικά του τέρματα δώσει τη νίκη στην ομάδα του με 5-3.
Στον τελικό, τώρα, στο επιβλητικό «Γουέμπλεϊ» παρουσία της Βασίλισσας Ελισάβετ, Αγγλία και Δυτική Γερμανία θα μονομαχούσαν για τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή.
Οι οικοδεσπότες θα βρίσκονταν μπροστά στο σκορ με 2-1 πριν ο Βέμπερ ισοφαρίσει στις καθυστερήσεις και στείλει το παιχνίδι στην παράταση.
Στο 100ό λεπτό ο Τζεφ Χαρτς θα ήταν δημιουργός μια εκ των πλέον πολυσυζητημένων φάσεων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου.
Το σουτ που πραγματοποίησε τράνταξε το οριζόντιο δοκάρι του Γερμανού γκολκίπερ Τιλκόφσκι και στην συνέχεια κατέληξε στο χορτάρι. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν η μπάλα πέρασε ή όχι την γραμμή.
Θα ακολουθούσε ένα ακόμη τέρμα για την ομάδα της Αγγλίας στο τελευταίο λεπτό της παράτασης και πάλι με τον Χαρστ.
Για το αν η μπάλα πέρασε ή όχι τη γραμμή στο σουτ του Χαρστ, έχουν γραφτεί πολλά. Πριν από αρκετά χρόνια Ισραηλινή εταιρία ηλεκτρονικών υπολογιστών χρησιμοποίησε τα πιο σύγχρονα προγράμματα και μελέτησε τη φάση φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι η μπάλα είχε περάσει τη γραμμή και πως σωστά είχε μετρήσει το γκολ.





