Η ιδέα του Ζιλ Ριμέ, Γάλλου δικηγόρου, ανθρώπου των γραμμάτων και ποδοσφαιρικού παράγοντας, να δημιουργηθεί μια διοργάνωση στην οποία θα συμμετείχαν οι ισχυρότερες εθνικές ομάδες του κόσμου και θα ανταγωνίζονταν για τον τίτλο της παγκόσμιας πρωταθλήτριας πήρε σάρκα και οστά το 1930.
Διοργανώτρια χώρα επιλέχτηκε, παρά τις αντιρρήσεις η Ουρουγουάη, καθώς τότε συμπληρώνονταν 100 χρόνια από τη διακήρυξη της Δημοκρατίας της, αλλά και επειδή είχε ήδη κατακτήσει 2 Ολυμπιακά μετάλλια στο ποδόσφαιρο.
Στην παρθενική αυτή διοργάνωση συμμετείχαν μόλις 13 χώρες, πέρα από την οικοδέσποινα Ουρουγουάη, το Κύπελλο θα διεκδικούσαν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Χιλή, το Περού, η Παραγουάη, η Βολιβία, οι ΗΠΑ, το Μεξικό, η Γαλλία, η Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία και το Βέλγιο.
Η μακρινή απόσταση από την Ευρώπη ήταν ο λόγος που δεν συμμετείχαν σε αυτήν μεγάλες δυνάμεις του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου όπως η Γερμανία, καθώς τα ποδοσφαιρικά αστέρια της εποχής δεν μπορούσαν να πάρουν άδεια από τη δουλειά τους.
Απούσες και οι ομάδες από τη Βρετανία, αφού οι ομοσπονδίες των Αγγλίας, Σκωτίας, Ιρλανδίας, Ουαλία και του ΕΪΡΕ είχαν αποχωρήσει από τη FIFA και παραδέχονταν μόνο το Κύπελλο Βρετανικών Νήσων που διοργάνωναν οι ίδιες.
Ο τελικός της 30ής Ιουλίου στο «Σεντενάριο» του Μοντεβίδεο ήταν ανάμεσα στις δύο γείτονες χώρες, την Ουρουγουάη και την Αργεντινή.
Ο φανατισμός ανάμεσα στους οπαδούς των δύο ομάδων ξεχείλιζε ενώ ένταση υπήρξε και σε διοικητικό επίπεδο.
Οι δύο ομάδες διαφωνούσαν ακόμα και για την μπάλα του αγώνα και έπειτα από απόφαση της FIFA, αποφασίστηκε στο πρώτο ημίχρονο να έπαιζαν με την αργεντίνικη και στο δεύτερο με αυτή των Ουρουγουανών.
Το τελικό σφύριγμα βρήκε νικήτρια την ομάδα της Ουρουγουάης που έμελλε να κατακτήσει το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας με την επομένη να κηρύσσεται εθνική εορτή, την ώρα που ο οργισμένος κόσμος στην Αργεντινή πετούσε πέτρες στο προξενείο της Ουρουγουάης έως εκδίκηση.

Η φασιστική προπαγάνδα και η πρώτη της Εθνικής Ελλάδας
Μετά την πετυχημένη πρεμιέρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου, η FIFA ανέθεσε τη δεύτερη διοργάνωση στην Ιταλία του δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι. Σε αντίθεση με ό,τι έγινε στα γήπεδα της Ουρουγουάης, αυτή τη φορά συμμετοχή δήλωσαν 32 χώρες και για το λόγο αυτό αποφασίστηκε να γίνει προκριματική φάση και να επιλεγούν οι 16 ομάδες που θα έπαιρναν μέρος στα τελικά.
Ούτε αυτή τη φορά, όμως, έλειψαν οι απουσίες με πρώτη και καλύτερη της Ουρουγουάης.
Οι κάτοχοι του τροπαίου επικαλούμενοι οικονομικά προβλήματα αν και μάλλον ήθελαν να τιμωρήσουν την Ιταλία και αρκετές ευρωπαϊκές ομάδες για τη δικιά τους απουσία τέσσερα χρόνια νωρίτερα δεν έδωσαν το παρών στα γήπεδα της Ιταλίας.
Λόγω πολέμου δεν αγωνίστηκαν Παραγουάη και Βολιβία, ενώ το ΕΪΡΕ ήταν η μοναδική ομάδα από τις βρετανικές που αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη της.
Η διοργάνωση αυτή ήταν και η πρώτη στην οποία συμμετείχε η Ελλάδα η οποία στα προκριματικά κλήθηκε να αντιμετωπίσει η διοργανώτρια Ιταλία. Μετά την ήττα με 4-0 στο Μιλάνο έμεινε εκτός της τελικής φάσης.
Αγώνας ρεβάνς δεν έγινε ποτέ με την ιταλική ομάδα, λόγω της μεγάλης δυναμικής που είχε να αποζημιώνει την Ελλάδα για τα διαφυγόντα κέρδη.
Ο εκπρόσωπος της ελληνικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, ταξίδεψε ως την Ιταλία και συμφώνησε η ελληνική ομάδα να παραιτηθεί της αξίωσης για ρεβάνς, έναντι του ποσού των 50 χιλιάδων ιταλικών λιρετών.
Μάλιστα με τα χρήματα αυτά αγοράστηκαν τα πρώτα ιδιόκτητα γραφεία της ΕΠΟ.
Όσον αφορά τώρα την καθ’ αυτή διοργάνωση το ραντεβού για τον μεγάλο τελικό είχε δοθεί στις 10 Ιουνίου 1934 στο γήπεδο «Εθνικό Φασιστικό Κόμμα» και οι διοργανωτές είχαν καταφέρει να δώσουν το «παρών». Αντίπαλος τους Τσεχοσλοβακία, η οποία διέθετε μια σπουδαία ομάδα την εποχή εκείνη.
Το τρόπαιο κρίθηκε στην παράταση όπου η Ιταλία επικράτησε με 2-1, με τον κανονικό αγώνα να βρίσκει τις δύο ομάδες ισόπαλες 1-1.
Το δεύτερο παγκόσμιο κύπελλο της ιστορίας παραμένει το μοναδικό μέχρι και σήμερα στο οποίο η κάτοχος του δεν υπερασπίστηκε τον τίτλο της.
Το Παγκόσμιο πριν τον πόλεμο
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1938 ήταν το τελευταίο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διοργάνωση του 1934 χρησιμοποιήθηκε από τον δικτάτορα Μουσολίνι ως μια ευκαιρία προπαγάνδας, όπως συνέβη και δύο χρόνια αργότερα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου και τον Χίτλερ.
Έτσι όπως η Ευρώπη ταλαντευόταν προς τον πόλεμο, η FIFA έπρεπε να είναι διπλωματική ως προς τη διοργανώτρια χώρα του τρίτου Παγκόσμιου Κυπέλλου. Μάλιστα, η Αργεντινή φάνταζε ως το φαβορί, άλλωστε ήταν και η σειρά της Νότιας Αμερικής, αλλά τελικά επιλέχθηκε η Γαλλία.
Η απόφαση αυτή δεν άρεσε στην Αργεντινή, η οποία δεν συμμετείχε στα προκριματικά, όπως και η Ουρουγουάη, η Ισπανία (λόγω εμφυλίου πολέμου από το1937) ενώ από τις βρετανικό μέτωπο, μόνο το ΕΪΡΕ επέμενε να σπάει τη… συμμαχία των πέντε.
Μεγαλύτερη απουσία ήταν αυτή της Αυστρίας, καθώς ο Χίτλερ την προσάρτησε το 1938 στο Γ’ Ράιχ, αφαιρώντας της ταυτόχρονα το δικαίωμα συμμετοχής στο Μουντιάλ αν και είχε προκριθεί για την τελική φάση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πέντε από τα εφτά ματς του πρώτου γύρου χρειάστηκαν παράταση ή επαναληπτικό για να προκύψει νικητής.
Ιταλία και Ουγγαρία λοιπόν κλήθηκαν στις 19 Ιουνίου στο στάδιο Κολόμπ του Παρισιού, να διεκδικήσουν το βαρύτιμο τρόπαιο μπροστά σε όχι γεμάτες εξέδρες, αφού ο αποκλεισμός της Γαλλίας είχε αντίκτυπο.
Μεγάλη νικήτρια ήταν η Ιταλία που νίκησε με 4-2 στον τελικό, φτάνοντας στη δεύτερη διαδοχική κατάκτηση του τίτλου.
Η διοργάνωση αυτή θα ήταν τελευταία, τουλάχιστον μέχρι το 1950, καθώς ένα χρόνο μετά η Γερμανία θα εισέβαλλε στην Πολωνία και θα άρχιζε ο αιματηρός Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ο τελικός που βύθισε μια χώρα στο πένθος
Στη Βραζιλία έγινε το τέταρτο Παγκόσμιο Κύπελλο και πρώτο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Επιλέχθηκε η χώρα του καφέ καθώς τα μέλη της Παγκόσμιας Ποδοσφαιρικής Συνομοσπονδίας έκριναν σκόπιμο να μην ανατεθεί σε ευρωπαϊκή χώρα η διοργάνωση, αφού οι πληγές του πολέμου δεν είχαν κλείσει ακόμα.
Μάλιστα, η παγκόσμια ποδοσφαιρική ομοσπονδία αποφάσισε να διαγράψει από μέλος της τη Γερμανία, ενώ απευθείας στην τελική φάση πέρασαν η κάτοχος Ιταλία και η διοργανώτρια Βραζιλία, ενώ 29 χώρες συμμετείχαν στα προκριματικά.
Αξίζει να σημειωθεί, βεβαίως και η πρώτη παρουσία της Αγγλίας.
Στον τελικό της 16ης Ιουλίου είχε προκριθεί η Βραζιλία που μπροστά σε περίπου 200 χιλιάδες φίλους της στο θρυλικό «Μαρακανά», ήταν έτοιμη να γράψει ιστορία.
Αντίπαλος της η πρωταθλήτρια κόσμου του 1930 Ουρουγουάη.
Η Βραζιλία άνοιξε το σκορ, με την Ουρουγουάη να κάνει την επική ανατροπή, πραγματοποιώντας μια σπουδαία έκπληξη.
Είμαστε παγκόσμιοι πρωταθλητές, δίκαια και με τιμή, φωνάζει εμφανώς συγκινημένος ο δημοσιογράφος που είχε αναλάβει την μετάδοση του μεγάλου τελικού για την ουρουγουανική τηλεόραση.
Βυθίζοντας στη λύπη μια ολόκληρη χώρα η Ουρουγουάη θα κατακτούσε τρόπαιο, το οποίο σήκωσε ουσιαστικά καθ’ οδόν για τα αποδυτήρια, αφού οι παίκτες της δεν ένιωθαν ασφαλείς να πανηγυρίσουν στον αγωνιστικό χώρο.
Με τη λήξη του αγώνα δέκα Βραζιλιάνοι φίλαθλοι πέθαναν από συγκοπή στις κερκίδες του Μαρακανά, εκατοντάδες μεταφέρθηκαν στα νοσοκομεία με καρδιακά επεισόδια, ενώ χιλιάδες ήταν οι απόπειρες αυτοκτονίας.
Τραγική φιγούρα της αναμέτρησης, ο Βραζιλιάνος τερματοφύλακας Μοασίρ Μπαρμπόσα, που όπως ανέφερε σε μεταγενέστερη συνέντευξη που παραχώρησε, έβρισκε παντού κλειστές τις πόρτες.
Δεν παντρεύτηκε, δεν του μιλούσε κανείς στον δρόμο, δεν τον εξυπηρετούσαν στο μπακάλικο της γειτονιάς του.
«Καταδικάστηκε» εφ όρου ζωής σε μια πλήρη κοινωνική απομόνωση απλώς και μόνον επειδή δέχθηκε ένα γκολ σε ποδοσφαιρικό αγώνα.





