Οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζουν μια νέα, μεγάλης κλίμακας εκστρατεία οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν, με τον Ντόναλντ Τραμπ να απειλεί με συνέπειες χώρες και εταιρείες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών εντείνει την πίεση, απειλώντας να επιβάλει αυστηρότερες κυρώσεις.
Ο Ντόναλντ Τραμπ υπόσχεται να πράξει αυτό που αποκαλεί «την πιο συντριπτική οικονομική επιχείρηση που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ εναντίον οποιασδήποτε χώρας», χαρακτηρίζοντάς την ως «Οικονομική D-Day».
Και η απειλή εκτείνεται πολύ πέρα από το Ιράν. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο κ. Τραμπ δήλωσε:
«Σήμερα, ανακοινώνω επίσης ότι ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ χώρα επιτρέπει στα χρηματοπιστωτικά της ιδρύματα, τις επιχειρήσεις, τα αεροδρόμια ή τους κυβερνητικούς φορείς της να παρέχουν οποιουδήποτε είδους στήριξη στο Ιράν θα αντιμετωπίσει η ίδια ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ οικονομικές συνέπειες.»
Δεν έχουν διευκρινιστεί ακριβώς ποιες θα είναι αυτές οι συνέπειες, αλλά η πρόθεση είναι σαφής: να απομονωθεί το Ιράν ακόμη περισσότερο.
Η ανακοίνωση προκάλεσε αμέσως αναταραχή στις αγορές ενέργειας, με το αργό πετρέλαιο Brent να σημειώνει άνοδο άνω του 2% και να πλησιάζει τα 94 δολάρια ΗΠΑ [[132 δολάρια Αυστραλίας]] το βαρέλι.
Ο αμερικανικός δείκτης αναφοράς West Texas Intermediate ανέβηκε στα 86 δολάρια ΗΠΑ [[121 δολάρια Αυστραλίας]] περίπου.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, επισήμανε την απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου, αλλά δήλωσε ότι οι ενέργειες των ΗΠΑ θα οδηγήσουν σε μείωση των τιμών:
«Σήμερα παρατηρούμε μια απότομη άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, την οποία δεν κατανοώ πλήρως. Ξέρετε, η ανακοίνωσή μας αφορά οικονομικά μέτρα. Και πιστεύω ότι αυτά τα μέτρα θα οδηγήσουν σε ταχύτερη πτώση των τιμών του πετρελαίου.»
Προς το παρόν, οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές, κυρίως επειδή η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ εξακολουθεί να υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς.
Πριν από τον πόλεμο, περίπου το ένα πέμπτο του πετρελαίου που διακινούνταν παγκοσμίως περνούσε από αυτή τη θαλάσσια οδό.
Σήμερα ελάχιστες είναι οι ποσότητες πετρελαίου που διακινούνται απ΄τα Στενά του Ορμούζ.
Αυτό έχει ασκήσει τεράστια πίεση στα κράτη του Κόλπου να βρουν έναν τρόπο να επαναφέρουν την κυκλοφορία στα κανονικά επίπεδα.
Στο επίκεντρο αυτών των προσπαθειών βρίσκεται το Ομάν. Η χώρα αυτή βρίσκεται απέναντι από το Ιράν, στην άλλη πλευρά του στενού, και διαπραγματεύεται απευθείας με την Τεχεράνη.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μπαντρ αλ-Μπουσαΐντι αναφέρθηκε στο τι διακυβεύεται κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Ιάπωνα ομολόγου του, Τοσιμίτσου Μοτέγκι:
«Ο κ. Μοτέγκι και εγώ ανταλλάξαμε επίσης απόψεις σχετικά με την κατάσταση στην περιοχή και, ειδικότερα, το Στενό του Ορμούζ, όπου για το Σουλτανάτο του Ομάν η ασφαλής διέλευση μέσω του Στενού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ασφάλεια και την ευημερία της ευρύτερης περιοχής.»
Το Ομάν και το Ιράν δηλώνουν ότι πλησιάζουν σε συμφωνία σχετικά με τη ναυτιλία μέσω του στενού, αν και δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί τελική συμφωνία.
Ωστόσο, αυτές οι διαπραγματεύσεις έχουν δημιουργήσει ένα άλλο ζήτημα με την Ουάσιγκτον.
Η απειλή δεν έχει εμποδίσει άλλες κυβερνήσεις του Κόλπου να συνεχίσουν τις δικές τους διπλωματικές προσπάθειες με την Τεχεράνη.
Ο πρωθυπουργός του Κατάρ, Σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Αμπντουλραχμάν Αλ Θάνι είπε ότι υπάρχει ευρύτερη συνεργασία στην περιοχή για την επίλυση της κρίσης:
«Το Κράτος του Κατάρ συνεργάζεται, σε συνεννόηση με τους αδελφούς μας στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου και στην ευρύτερη περιοχή, προκειμένου να βρει άλλους διπλωματικούς τρόπους με την ιρανική πλευρά για την αποκατάσταση της κανονικής ναυσιπλοΐας, και ελπίζουμε ότι αυτό θα αποτελέσει τουλάχιστον ένα θετικό βήμα προς την πλήρη εκτόνωση της κρίσης.»
Ωστόσο, προηγούμενες προσπάθειες αποκλιμάκωσης δεν απέδωσαν.
Οι ΗΠΑ και το Ιράν ανακοίνωσαν συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός τον Απρίλιο και τον Ιούνιο, αλλά και οι δύο κατέρρευσαν γρήγορα.
Η περίοδος διαπραγματεύσεων 60 ημερών που είχε συμφωνηθεί τον Ιούνιο έχει πλέον λήξει, χωρίς να επιτευχθεί τελική ειρηνευτική συμφωνία.
Για το Ομάν, αυτή η εμπειρία υποδεικνύει ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από την απλή διέλευση πλοίων μέσω του στενού.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν είπε μεταξύ άλλων ότι:
«Το Ομάν παραμένει αταλάντευτο στη δέσμευσή του για τη θαλάσσια ασφάλεια μέσω του διεθνούς δικαίου και την πρόληψη περαιτέρω κλιμάκωσης ή σύγκρουσης. Για να διασφαλίσουμε διαρκή ασφάλεια στο στενό, χρειαζόμαστε διαρκή ειρήνη στην περιοχή.»
Και όσο περισσότερο συνεχίζεται η διαταραχή, τόσο μεγαλύτερες είναι οι συνέπειες πέρα από τη Μέση Ανατολή.
Οι εναλλακτικές διαδρομές δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως το πετρέλαιο που μεταφέρονταν συνήθως μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενώ το υψηλότερο κόστος ενέργειας επιτείνει τις πληθωριστικές πιέσεις αλλού.
Ο ετήσιος πληθωρισμός τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στην ευρωζώνη έφτασε το 2,9% τον Ιούλιο, εν μέρει λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας.
Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αρακτσί κατηγόρησε τις ΗΠΑ για «οικονομική τρομοκρατία», λέγοντας ότι η «Οικονομική D-Day » του κ. Τραμπ θα εντείνει την εχθρότητα του Ιράν προς την Ουάσιγκτον.
Προς το παρόν, η Ουάσιγκτον ασκεί μεγαλύτερη οικονομική πίεση, το Ιράν δηλώνει ότι θα αντισταθεί, ενώ τα κράτη του Κόλπου επιδιώκουν διπλωματικές λύσεις για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας μέσω του Στενού του Ορμούζ.
Παρ’ όλα αυτά, η διαρκής ασφάλεια στην περιοχή εξαρτάται απ΄ότι φαίνεται από την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον.




