Η εν λόγω συμφωνία - που έχει χαρακτηριστεί 'εμβληματική' - είναι αποτέλεσμα διεθνούς συνεργασίας που διήρκησε για πάνω από μια δεκαετία. Θεωρείται δε πολύ σημαντική καθώς μόνο το 0,9% της ανοιχτής θάλασσας παγκοσμίως υπάγεται σε πλήρες ή υψηλό καθεστώς προστασίας. Η συμφωνία αυτή άνοιξε το δρόμο για την προστασία των υδάτων που δεν υπάγονται στα σύνορα ενός κράτους.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η συμφωνία αυτή «συνιστά ένα βήμα που αναμορφώνει το πλαίσιο προστασίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και της αντιμετώπισης των επειγουσών απειλών που προκύπτουν από την κλιματική αλλαγή, τη ρύπανση και την απώλεια βιοποικιλότητας».
Η Συνθήκη, γνωστή και ως Βιοποικιλότητα Πέρα απ΄την Εθνική Δικαιοδοσία, παρέχει στις χώρες ένα νομικά δεσμευτικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση απειλών όπως η υπεραλίευση και η επίτευξη του στόχου προστασίας του 30% του ωκεάνιου περιβάλλοντος έως το 2030.
Στην τελευταία διάσκεψη όπου συζητήθηκε η εν λόγω συνθήκη είχε πάρει μέρος και η Αυστραλία. Την χώρα εκπροσώπησε ο ομοσπονδιακός υπουργός περιβάλλοντος Murray Watt. Είχε δηλώσει τότε ότι η Αυστραλία σκοπεύει να κηρύξει το 30% των ωκεανών της σε «ιδιαίτερα προστατευμένη» περιοχή.
Ο κ. Watt είπε ακόμη ότι η αναθεώρηση 44 θαλάσσιων πάρκων της Αυστραλίας θα «θέσει τα θεμέλια» για την αύξηση της έκτασης των ωκεανών της χώρας με υψηλότερα επίπεδα προστασίας.
Περίπου το 52% της έκτασης των ωκεανών της Αυστραλίας είχε κηρυχθεί παλιότερα σε θαλάσσιο πάρκο από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, παρέχοντας διαφορετικά επίπεδα προστασίας στην άγρια ζωή και τους οικότοπους, αλλά μόνο το 24% έχει επίπεδα προστασίας που αποκλείουν όλες τις μορφές αλιείας και εξόρυξης.
«Είναι σαφές ότι η Αυστραλία μπορεί να πετύχει το 30% των θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών μας εντός των ιδιαίτερα προστατευόμενων περιοχών μέχρι το 2030 και η τριετής αναθεώρηση των υπόλοιπων 44 θαλάσσιων πάρκων μας θα θέσει τα θεμέλια για αυτό», δήλωσε ο κ. Watt.




