Πολύ λόγος γίνεται το τελευταίο διάστημα για την επιρροή του κινεζικού χρήματος στην Αυστραλία, ωστόσο, μια προσεκτική ανάλυση του μετοχικού κεφαλαίου των 20 μεγαλύτερων εταιριών στην Αυστραλία, θα αποκαλύψει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία πρόσφατης ανάλυσης, οι 20 κορυφαίες εταιρίες της Αυστραλίας από πλευράς κεφαλαιοποίησης, που στην πλειονότητα τους ελέγχονται από αμερικανούς επενδύτες,.
Κατ’ αρχάς, και στις τέσσερεις μεγάλες τράπεζες της χώρας το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών ανήκει σε αμερικανικά χέρια.
Η Commonwealth Bank of Australia, που είναι και η μεγαλύτερη εταιρίας της χώρας ανήκει κατά 60% σε αμερικανούς επενδυτές. Το ίδιο ισχύει και για τα Woolworths και την εξορυκτική εταιρία Rio Tinto.
Η άλλη μεγάλη εταιρία εξόρυξης, η BHP, που κάποτε ονομαζόταν “the Big Australian”, ελέγχεται σε ποσοστό 73% από επενδυτές με έδρα τις ΗΠΑ.
Οι 20 εταιρίες με την μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση στην χρηματαγορά ASX, αποτελούν και το ήμισυ του συνολικού ποσού κεφαλαιοποίησης της Αυστραλιανής Αγοράς Τίτλων Αξιών (Australian Securities Exchange).
Πρέπει να ανησυχούμε;
Οι ΗΠΑ, στις επιμέρους διμερείς συμφωνίες ελευθερίου εμπορίου που συνάπτουν επιβάλλουν ειδικούς όρους επίλυσης διαφορών ανάμεσα σε αμερικανούς επενδυτές και κράτη. Ονομάζονται investor-state dispute settlement clauses (ISDS), και παρέχουν εκπληκτικά δικαιώματα για Αμερικανούς επενδυτές που δραστηριοποιούνται σε ξένες κεφαλαιαγορές.
Συγκεκριμένα, μπορούν να καταθέσουν αγωγή εις βάρος ενός ξένου κράτους σε ένα διεθνές διαιτητικό όργανο αξιώνοντας μεγάλες αποζημιώσεις σε περίπτωση που κάποια αλλαγή πολιτική η νομοθετική ζημιώσει οικονομικά την επένδυση τους. Επισημαίνεται, ότι αντίστοιχο δικαίωμα, δεν διαθέτουν οι Αυστραλοί επενδυτές.
Ενδεικτικό παράδειγμα
Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του κολοσσού καπνοβιομηχανίας Philip Morris, που στράφηκε εναντίον του Αυστραλιανού δημοσίου, λόγω της απόφασης απάλειψης των εταιρικών εμβλημάτων από τα πακέτα τσιγάρων, το λεγόμενο plain packaging.
Η αμερικανική εταιρία μετακίνησε την έδρα των Αυστραλιανών δραστηριοτήτων της στο Χονγκ Κόνγκ και αξιοποίησε τους όρους του ISDS, βάσει σχετικής διμερούς συμφωνίας των ΗΠΑ με το Χονγκ Κόνγκ.
Η Philip Morris υποστήριξε ότι η Αυστραλιανή νομοθεσία ισούταν με άδικη κατάσχεση των λογότυπων και πνευματικών δικαιωμάτων της. Αν και έχασε την προσφυγή της με το αιτιολογικό κατάχρησης της όλης διαδικασίας, τελικά πλήρωσε μόλις τα μισά από τα νομικά έξοδα του Αυστραλιανού δημοσίου που ανήλθαν σε $24 εκατομμύρια.





