Πριν βάλουμε τα ανεπιθύμητα δώρα σε σακούλα και πάμε στο κατάστημα, αξίζει να γνωρίζουμε τι αναφέρει ο νόμος προστασίας των καταναλωτών (Australian Consumer Law - ACL), δηλαδή ο νόμος που καθορίζει τα δικαιώματα των καταναλωτών και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων στην Αυστραλία.
Ο πιο χρήσιμος κανόνας είναι ότι ο εν λόγω νόμος ξεχωρίζει δύο διαφορετικές περιπτώσεις: επιστροφή επειδή «άλλαξες γνώμη» και επιστροφή, αντικατάσταση ή επισκευή επειδή το προϊόν είναι ελαττωματικό και παραβιάζει τις εγγυήσεις του καταναλωτή.
Αν απλώς δεν σου αρέσει το δώρο, δεν σου κάνει το νούμερο ή άλλαξες γνώμη, ο νόμος γενικά δεν υποχρεώνει τα καταστήματα να δεχθούν επιστροφή και να επιστρέψουν χρήματα.
Δηλαδή το «δεν μου ταιριάζει» από μόνο του συνήθως δεν αρκεί.
Ωστόσο πολλά καταστήματα δέχονται αλλαγές και επιστροφές ως εμπορική διευκόλυνση.
Αν όμως μια επιχείρηση έχει δηλώσει ότι δέχεται επιστροφές επειδή αλλάξατε γνώμη, τότε πρέπει να τηρήσει ό,τι υπόσχεται (π.χ. χρονικό όριο, κατάσταση προϊόντος), διαφορετικά μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη για παραπλανητική πρακτική.
Ακόμα κι όταν επιτρέπονται επιστροφές αλλαγής γνώμης, συχνά εξαιρούνται είδη όπως εσώρουχα, καλλυντικά/προϊόντα προσωπικής υγιεινής, τρόφιμα κ.ά. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να ελέγχεις τους όρους του καταστήματος.
H Ντέλια Ρίκαρντ έχει εργαστεί για πάνω από τρεις δεκαετίες σε οργανισμούς προστασίας των καταναλωτών όπως και στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και Προστασίας των Καταναλωτών και λέει στο SBS
Στις επιστροφές αλλαγής γνώμης, οι καταστηματάρχες σχεδόν πάντα ζητούν κάποια μορφή απόδειξης αγοράς.
Δεν σημαίνει υποχρεωτικά το χαρτάκι, αλλά σε πρακτικό επίπεδο το κατάστημα θα θέλει να δει κάτι που να αποδεικνύει ότι το προϊόν αγοράστηκε από εκεί και πότε.
Αν πρόκειται για δώρο, πιθανότατα θα χρειαστείς βοήθεια από τον/την δωροδότη (την απόδειξη, μια φωτογραφία απόδειξης, ένα email επιβεβαίωσης της αγοράς, στοιχεία συναλλαγής).
Αν το προϊόν είναι ελαττωματικό, τότε ενεργοποιούνται οι εγγυήσεις.
Αυτές ισχύουν για αγαθά και υπηρεσίες που πωλούνται στην Αυστραλία για προσωπική ή οικιακή χρήση και δεν ακυρώνονται επειδή υπάρχει «πολιτική καταστήματος» ή επειδή ο πωλητής προσφέρει (ή δεν προσφέρει) έξτρα εγγύηση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις βοηθά να αναφέρεις καθαρά: «Σύμφωνα με το νόμο...» ώστε να είναι σαφές ότι μιλάς για νόμιμα δικαιώματα, όχι για χάρη.
Το τι μπορείς να ζητήσεις εξαρτάται από τη σοβαρότητα του προβλήματος.
Ελλαττωματικό προϊόν όταν, για παράδειγμα, το προϊόν δεν είναι ασφαλές, ή έχει σοβαρό πρόβλημα (ή πολλά προβλήματα) που θα απέτρεπε έναν καταναλωτή από το να το αγοράσει, ή είναι πολύ διαφορετικό από την περιγραφή ή το δείγμα που είδατε ή επειδή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό του και δεν μπορεί να διορθωθεί εύκολα σε εύλογο χρόνο.
Τότε έχεις δικαίωμα επιλογής: ζητάς είτε πλήρη επιστροφή χρημάτων είτε αντικατάσταση του προϊόντος.
Αν, αντίθετα, είναι μικρό/επισκευάσιμο πρόβλημα, ο πωλητής συνήθως υποχρεούται να το επισκευάσει δωρεάν μέσα σε εύλογο χρόνο.
Δεν είναι υποχρεωμένος να προχωρήσει αμέσως σε επιστροφή χρημάτων ή αντικατάστασης με καινούργιο, εκτός αν η επισκευή δεν γίνει σε εύλογο χρόνο ή το πρόβλημα επιμένει.
Σημαντικό είναι αν η ζημιά προκλήθηκε από δική σου κακή χρήση, μπορεί να μην μπορείς να στηριχθείς στις εγγυήσεις.
Για ελαττωματικά προϊόντα, τα δικαιώματα ισχύουν είτε το προϊόν αγοράστηκε από το διαδίκτυο είτε σε φυσικό κατάστημα.
Στις ηλεκτρονικές αγορές είναι ιδιαίτερα σημαντική η εγγύηση ότι τα αγαθά πρέπει να αντιστοιχούν στην περιγραφή.
Αν, π.χ., η διαφήμιση δείχνει χαρακτηριστικό που τελικά λείπει από το προϊόν που παραλαμβάνεις, μπορεί να έχεις δικαιώματα για κατάλληλη αποκατάσταση (ανάλογα με τη σοβαρότητα).
Αν το προϊόν είναι ελαττωματικό, μια επιχείρηση δεν μπορεί να ακυρώσει τις εγγυήσεις που φέρει το προϊόν επικαλούμενη ταμπέλες ή όρους όπως «δεν γίνονται επιστροφές αν το προϊόν σε σε έκπτωση».
Το πρώτο βήμα είναι πάντα να πάτε στον πωλητή (το φυσικό κατάστημα ή στο διαδίκτυο) και να ζητήσετε επισκευή, αντικατάσταση ή επιστροφή ανάλογα με την περίπτωση.
Αν δεν βγάλετε άκρη, μπορείτε να προχωρήσετε σε επίσημη καταγγελία.




