Τελευταία στοιχεία της Αυστραλιανής Στατιστικής Υπηρεσίας που παρουσιάζονται στην έκθεση Causes of Death, Australia, 2024, δείχνουν ότι η άνοια έχει αναδειχθεί πλέον ως η κυριότερη αιτία θανάτου στη χώρα, ξεπερνώντας τις ισχαιμικές καρδιακές παθήσεις.
Το 2024, η άνοια αντιστοιχούσε στο 9,4% όλων των θανάτων, ενώ οι θάνατοι που οφείλονται σε αυτήν έχουν αυξηθεί κατά 39% την τελευταία δεκαετία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η άνοια παραμένει η κυριότερη αιτία θανάτου για τις γυναίκες από το 2016, με το 62,4% των θανόντων από άνοια το 2024 να είναι γυναίκες.
Για να μας εξηγήσει τους λόγους αυτής της αύξησης και να αναλύσει τις πτυχές της άνοιας, το Ελληνικό Πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας SBS φιλοξένησε την εξ Ελλάδος Νευρολόγο, Δρ Δήμητρα Σαλή.
Η αύξηση των θανάτων από άνοια δεν οφείλεται μόνο στην ίδια την ασθένεια, αλλά σε ευρύτερους δημογραφικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Η γήρανση του πληθυσμού, η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και η αυξημένη ευαισθητοποίηση γύρω από την άνοια έχουν συντελέσει στο να αναγνωρίζεται και να καταγράφεται η πάθηση πιο συχνά ως αιτία θανάτου, ανέφερε μεταξύ άλλων η Δρ Σαλή.
«Βασικός παράγοντας είναι ότι έχει αυξηθεί το προσδόκιμο επιβίωσης και οι άνθρωποι ζούνε πια περισσότερα χρόνια και επειδή ξέρουμε ότι η ηλικία είναι ένας από τους πιο σοβαρούς προγνωστικούς παράγοντες για την εμφάνιση άνοιας, δηλαδή όσο πιο ηλικιωμένος είναι κανείς, τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχει να νοσήσει. Ένας λόγος είναι αυτός, ότι πια ο πληθυσμός γηράσκει, οπότε βλέπουμε πιο συχνά περιστατικά άνοιας σε μεγαλύτερες ηλικίες. Επίσης, υπάρχει και το θέμα της στατιστικής καταγραφής, γιατί πλέον, επειδή είναι όλοι πολύ συνειδητοποιημένοι σχετικά με την πάθηση, την αναφέρουν πάντα και πολύ συχνά ως αιτία θανάτου ή σε πολλές περιπτώσεις, ως συνυπάρχουσα πάθηση, σε έγγραφα, νοσοκομειακά εξιτήρια και οτιδήποτε αφορά πιστοποιητικά νοσηλείας», ανέφερε μεταξύ άλλων.
Η ανισότητα μεταξύ των φύλων όσον αφορά την άνοια είναι σαφής στα στατιστικά στοιχεία, αλλά οι λόγοι είναι πολύπλοκοι.
Μεγαλώνοντας κανείς, το μυαλό του δεν μπορεί να έχει την ίδια ικανότητα όπως είχε όταν ήταν νεότεροςΔρ Δήμητρα Σαλή
Η Δρ Σαλή εξηγεί ότι οι βιολογικοί, ψυχοκοινωνικοί και εκπαιδευτικοί παράγοντες συνδυάζονται ώστε οι γυναίκες να εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στην εκδήλωση άνοιας:
«Από ότι φαίνεται, οι γυναίκες λόγω της εμμηνόπαυσης κάνουν μια ταχεία πτώση στη μέση ηλικία των οιστρογόνων πολύ απότομη, ενώ οι άντρες είναι σε πιο βραδεία πτώση οι αντίστοιχες ανδρικές ορμόνες και φαίνεται ότι αυτή η απότομη πτώση των ορμονών στις γυναίκες μπορεί να λειτουργήσει σαν προδιαθετικός μηχανισμός για την εμφάνιση της άνοιας.
Επίσης, οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς σε ψυχικές παθήσεις, σε δυσθυμία, σε κατάθλιψη, σε κακή διάθεση, το οποίο είναι ένας ισχυρός, κακός, έτσι, παράγοντας για την εμφάνιση της άνοιας. Και υπάρχει και μια τελευταία, συσχέτιση. Η άνοια να ξέρετε ότι υπάρχει η θεωρία του νοητικού αποθέματος, ότι το υψηλό μορφωτικό επίπεδο, οι σπουδές, οι εμπειρίες ίσως προφυλάσσουν για κάποια χρόνια τον εγκέφαλο και φαίνεται ότι πολλές γυναίκες, ειδικά σε μέσα ή κατώτερα κοινωνικά στρώματα ή σε κάποιες χώρες που δεν έχουν ισχυρή θέση και εκπροσώπηση στην κοινωνία, ενδεχομένως να υστερούν σε μορφωτικό επίπεδο λόγω μη παροχής και μη δυνατότητας από το κράτος, από την κοινωνία στην οποία ζουν και έχουν ίσως χαμηλότερο νοητικό απόθεμα και είναι πιο ευάλωτες σε εκφυλιστικές παθήσεις», είπε.
Αναγνωρίζοντας τα πρώτα σημάδια άνοιας μπορεί να γίνει η διαφορά στη ζωή ενός ανθρώπου, επισημαίνει η Δρ Σαλή, τονίζοντνας ότι κάποια συμπτώματα μπορεί να είναι φυσιολογικά, αλλά η επίμονη εμφάνισή τους απαιτεί ιατρική αξιολόγηση.
«Υπάρχουν κάποια σημάδια. Βέβαια, να ξέρετε ότι τα σημάδια αυτά μπορεί να εμφανιστούν σε ανθρώπους όλων των ηλικιών. Δηλαδή κάποια αφηρημάδα, να ξεχνάει κανείς τα πράγματά του, να τα χάνει, να μη θυμάται πού έχει παρκάρει, ίσως και κάποιο ραντεβού, κάποια ονόματα, κάποιες λέξεις. Είναι σημάδια που μπορεί να οφείλονται στο άγχος και ενδεχομένως και στο φυσιολογικό γήρας. Μεγαλώνοντας κανείς, το μυαλό του δεν μπορεί να έχει την ίδια ικανότητα όπως είχε όταν ήταν νεότερος. Όταν όμως τα σημάδια αυτά, κυρίως η εύρεση λέξεων, ονομάτων, ενδεχομένως κάποια απώλεια προσανατολισμού στην οδήγηση, είναι πάρα πολύ επίμονα, εμφανίζονται πολύ συχνά, δεν είναι πάντα σε στιγμή άγχους και γίνονται αντιληπτά από τον κοινωνικό περίγυρο, από την οικογένεια ή αρχίζουν και εμφανίζονται στο εργασιακό περιβάλλον, τότε θα πρέπει λίγο να μας απασχολήσουν», είπε.
Ακούστε ολόκληρη τη συνέντευξη με τη Δρ Δήμητρα Σαλή πατώντας play στο podcast που συνοδεύει αυτό το άρθρο.






