Σε μια εποχή όπου οι οικογενειακές ισορροπίες αλλάζουν και οι ανάγκες φροντίδας αυξάνονται, οι παππούδες και οι γιαγιάδες εξακολουθούν να αποτελούν ένα σταθερό σημείο αναφοράς για χιλιάδες οικογένειες στην Αυστραλία.
Συχνά βρίσκονται στο παρασκήνιο, προσφέροντας στήριξη, χρόνο και γνώση, χωρίς ο ρόλος τους να αναγνωρίζεται πάντα θεσμικά ή ιστορικά.
Παρότι η συμβολή τους στην ανατροφή των παιδιών και στη διατήρηση της πολιτισμικής μνήμης είναι καθοριστική, η εμπειρία του παππού και της γιαγιάς παραμένει σε μεγάλο βαθμό αχαρτογράφητη στην αυστραλιανή έρευνα.
Αυτό ακριβώς το κενό έρχεται να φωτίσει ένα νέο ερευνητικό εγχείρημα του Εθνικού Πανεπιστημίου Αυστραλίας, το οποίο φιλοδοξεί να καταγράψει συστηματικά τις ιστορίες, τις πρακτικές και τα βιώματα των παππούδων και γιαγιάδων, με ιδιαίτερη έμφαση στις μεταναστευτικές κοινότητες και, μεταξύ αυτών, την ελληνική.
Εξηγώντας τι την οδήγησε να ασχοληθεί με ένα θέμα που μέχρι σήμερα παραμένει στο περιθώριο της ακαδημαϊκής έρευνας, η Ιστορικός Δρ Αλεξάνδρα Δέλλιου, ανέφερε στο Ελληνικό Πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας SBS, τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μέσα στην οικογένεια, τόσο πρακτικά όσο και πολιτισμικά, αλλά και το γεγονός ότι η συμβολή τους έχει σε μεγάλο βαθμό παραγνωριστεί από την αυστραλιανή ιστοριογραφία.
«Οι παππούδες παίζουν, νομίζω, έναν θεμελιώδη ρόλο στην οικογένεια. Μπορούν να αποτελέσουν μια ζωτικής σημασίας πηγή φροντίδας παιδιών, κάτι που προφανώς έχει και οικονομική διάσταση, αλλά δεν είναι μόνο αυτό, έχει να κάνει και με τον πολιτισμό. Και όπως είπατε, έχουν συχνά παραβλεφθεί στην αυστραλιανή ιστορία. Αυτό που κάνουμε τώρα είναι ότι εργαζόμαστε προς τη δημιουργία της πρώτης ολοκληρωμένης ιστορίας του παππού και της γιαγιάς στην Αυστραλία. Αυτό περιλαμβάνει τη συλλογή πολλών προφορικών μαρτυριών για τους παππούδες, αλλά και την προσοχή στο πώς υπάρχουν πολιτισμικά συγκεκριμένες εκφάνσεις αυτής της σχέσης, καθώς και στο πώς το γεγονός της μετανάστευσης έχει διαμορφώσει αυτή τη σχέση σε μια πολυπολιτισμική Αυστραλία.»
Παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές μελέτες για τη μητρότητα και την πατρότητα στην Αυστραλία, η συμβολή των παππούδων και γιαγιάδων παραμένει ελάχιστα καταγεγραμμένη.
Η έρευνα του Εθνικού Πανεπιστημίου Αυστραλίας έρχεται να φωτίσει αυτό το τυφλό σημείο, εστιάζοντας όχι μόνο στην πρακτική βοήθεια, αλλά και στη μετάδοση πολιτισμού και αξιών.
Θα δημιουργήσουμε ένα αρκετά μεγάλο αρχείο προφορικής ιστορίας για τους παππούδεςΔρ Αλεξάνδρα Δέλλιου
«Έχουμε πιο συμβατικές ιστορίες της αυστραλιανής οικογένειας. Πιο πρόσφατα, έχουμε κάποιες εξαιρετικές ιστορίες για την πατρότητα και τη μητρότητα στην Αυστραλία. Δεν έχει δοθεί, όμως, πολλή ερευνητική προσοχή στον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι παππούδες. Όπως είπα, αυτός μπορεί να είναι ένας οικονομικός ρόλος, μέσω της παροχής φροντίδας παιδιών, αλλά πιστεύω ότι έχει επίσης παραβλεφθεί το πώς οι παππούδες μεταδίδουν τον πολιτισμό από γενιά σε γενιά. Αυτό είναι κάτι που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα να καταγράψουμε μέσω προφορικών ιστοριών. Έτσι, θα δημιουργήσουμε ένα αρκετά μεγάλο αρχείο προφορικής ιστορίας για τους παππούδες», είπε.
Μεθοδολογία και εργαλεία
Η έρευνα συνδυάζει αρχειακή μελέτη και προφορική ιστορία. Αν και υπάρχουν κρατικές εκθέσεις για τη γήρανση, σπάνια εστιάζουν στη σχέση παππού-εγγονιού.
Το κύριο βάρος, όπως εξηγεί η Δρ Δέλλιου, πέφτει στις προσωπικές αφηγήσεις.
«Υπάρχουν διάφορα σκέλη στην έρευνα, συμπεριλαμβανομένου ενός αρχειακού σκέλους, όπου εξετάζουμε υπάρχουσες κυβερνητικές εκθέσεις γύρω από τους παππούδες. Πολλές από αυτές εστιάζουν στη γήρανση και όχι απαραίτητα στη σχέση και τη φροντίδα που παρέχουν οι παππούδες. Θα εξετάσουμε επίσης υπάρχουσες συλλογές προφορικής ιστορίας. Καμία δεν εστιάζει ρητά στη σχέση του παππού και της γιαγιάς, αλλά μπορούν να προσφέρουν ενδιαφέρουσες ιστορικές ενδείξεις. Ωστόσο, η βασική μεθοδολογία που θα χρησιμοποιήσουμε είναι οι προφορικές ιστορίες, οι αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, η αφήγηση ιστοριών που ελπίζουμε ότι οι άνθρωποι θα θελήσουν να μοιραστούν μαζί μας για την εμπειρία τους ως παππούδες και για το τι σημαίνει αυτό για τους ίδιους.»
Η έρευνα απευθύνεται σε άτομα από διαφορετικές εθνοτικές κοινότητες, με τη Δρα Δέλλιου να έχει αναλάβει ειδικά το ελληνικό σκέλος, αναζητώντας μαρτυρίες από ελληνόφωνους Αυστραλούς.
«Μας ενδιαφέρει να ακούσουμε από κάθε είδους ανθρώπους. Εγώ έχω αναλάβει το ελληνικό σκέλος της έρευνας. Οι συνάδελφοί μου θα εξετάσουν ιταλικές κοινότητες, βιετναμέζικες, καθώς και Άγγλους μετανάστες. Προσωπικά, ενδιαφέρομαι να ακούσω από οποιονδήποτε έχει ελληνόφωνο υπόβαθρο και θα ήθελε να καθίσει μαζί μου για μια συνέντευξη, είτε για τους παππούδες του, είτε για την εμπειρία του ως παππούς ή για το πώς βασίζεται στους γονείς του για τη φροντίδα των παιδιών. Οποιοσδήποτε μπορεί να συμβάλει. Υπάρχει μια φόρμα επικοινωνίας στην ιστοσελίδα μας, όπου οι ενδιαφερόμενοι μπορούν απλώς να αφήσουν το email τους και να δηλώσουν πώς θα ήθελαν να συμμετάσχουν», είπε.
Αναγνωρίζοντας ότι για πολλούς η μετανάστευση συνδέεται με δύσκολες και επώδυνες εμπειρίες, η Δρ Δέλλιου στέλνει ένα καθησυχαστικό μήνυμα σε όσους διστάζουν να μοιραστούν την ιστορία τους.
«Καταλαβαίνω ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να είναι διστακτικοί να αγγίξουν αυτό που μπορεί να είναι μια δύσκολη ιστορία, λόγω της μετανάστευσης, η οποία, όπως γνωρίζουμε, μπορεί να διχάσει οικογένειες, όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και πολιτισμικά. Το κατανοώ απόλυτα. Αυτό το έργο υπάρχει για όσους θα ήθελαν να συνεισφέρουν. Οι συνεντεύξεις είναι ένας χώρος όπου δίνεται η ευκαιρία να πείτε την ιστορία που εσείς θέλετε να πείτε. Δεν θα πίεζα ποτέ κάποιον να ακολουθήσει μια κατεύθυνση που δεν επιθυμεί. Πιστεύω όμως ότι είναι μια ευκαιρία να μοιραστούν μια σχέση που έχει παραβλεφθεί και υποτιμηθεί, και που ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική κοινότητα. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες, ειδικά της πρώτης γενιάς, και πολλές από τις ιστορίες τους χάνονται. Με ενδιαφέρει πραγματικά να τις καταγράψω και να διασφαλίσω ότι δεν θα ξεχαστούν», σημειώνει η Δρ Δέλλιου.
Πέρα από τη δημιουργία ενός ζωντανού αρχείου μνήμης, η έρευνα φιλοδοξεί να επιστρέψει στην κοινότητα, επηρεάζοντας ακόμη και μελλοντικές πολιτικές γύρω από τη φροντίδα παιδιών.
«Πέρα από τη δημιουργία ενός, πιστεύω, ποικιλόμορφου και ζωντανού αρχείου μαρτυριών και αφηγήσεων, ελπίζω ότι αυτό θα επιστρέψει πίσω στην κοινότητα. Δημιουργούμε επίσης οδηγούς που θα βοηθούν κοινοτικές ομάδες και άτομα να καταγράφουν τις δικές τους οικογενειακές ιστορίες. Αυτός είναι ένας από τους στόχους του έργου. Υπάρχουν επίσης ζητήματα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να συνδεθούν με πολιτικές, όσον αφορά τους παππούδες, τη φροντίδα από παππούδες και τη φύλαξη παιδιών. Όλα αυτά είναι τομείς στους οποίους ελπίζουμε να συμβάλουμε στο μέλλον με αυτή την έρευνα», είπε.
Κλείνοντας, η Δρ Δέλλιου μιλά προσωπικά για το τι σημαίνουν για την ίδια οι λέξεις «γιαγιά» και «παππούς», αναδεικνύοντας τη συναισθηματική και γλωσσική κληρονομιά που άφησαν στη ζωή της.
«Σημαίνει πάρα πολλά για μένα, γιατί οι παππούδες μου είχαν πολύ ενεργό ρόλο στη φροντίδα μας όταν ήμασταν παιδιά. Ειδικά επειδή και οι δύο γονείς μου εργάζονταν κατά διαστήματα, ήμασταν τυχεροί που τους είχαμε εδώ, τη γιαγιά και τον παππού μου. Ήταν, στην πραγματικότητα, οι μόνοι άνθρωποι με τους οποίους μιλούσα ελληνικά, οπότε είχαν μια βαθιά επίδραση πάνω μου από πολύ μικρή ηλικία. Για μένα, λοιπόν, σημαίνει άνεση και αγάπη. Αναγνωρίζω ότι δεν είναι το ίδιο για όλους και ότι σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Αυτό ακριβώς με ενδιαφέρει: οι εμπειρίες όλων αυτών των σχέσεων και το πώς είναι ιστορικά και πολιτισμικά συγκεκριμένε», είπε.






