Ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρείται η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως, από όπου διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η περιορισμένη διέλευση έχει ήδη επηρεάσει τις αγορές, ενώ η αβεβαιότητα για τη διάρκεια της κρίσης εντείνει τους φόβους για περαιτέρω επιπτώσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, επανέρχεται στο προσκήνιο η διαχρονική αδυναμία της Αυστραλίας να συμμορφωθεί με την υποχρέωση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, στον οποίο είναι μέλος.
Σύμφωνα με αυτήν, η χώρα πρέπει να διατηρεί αποθέματα καυσίμων που καλύπτουν τουλάχιστον 90 ημέρες καθαρών εισαγωγών, με την Αυστραλία να είναι η μόνη από τα 32 μέλη της συμφωνίας, που δεν πληροί αυτό το κριτήριο από το 2012.
Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι άμεσες πιέσεις, η αυστραλιανή κυβέρνηση προχώρησε στην απελευθέρωση περίπου του 20% των στρατηγικών αποθεμάτων ντίζελ και βενζίνης, με στόχο την κάλυψη τοπικών ελλείψεων, κυρίως σε περιφερειακές περιοχές.
Μιλώντας στην εκπομπή Sunrise του Καναλιού 7, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Υδάτων, Murray Watts αναφέρθηκε στην πρωτοβουλία της κυβέρνησης να απελευθερώσει ορισμένα από τα αποθέματα καυσίμων στην αγορά.
Από την πλευρά του ο υπουργός Άμυνας, Ρίτσαρντ Μαρλς σε συνέντευξή του στο ABC, ανέφερε πως οι εισαγωγές συνεχίζονται κανονικά και ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος εξάντλησης των καυσίμων.
Ωστόσο, τα διαθέσιμα αποθέματα παραμένουν περιορισμένα.
Υπολογίζεται ότι επαρκούν για περίπου 37 ημέρες βενζίνης, 30 ημέρες ντίζελ και λιγότερο από έναν μήνα για αεροπορικά καύσιμα.
Η απελευθέρωση αποθεμάτων αντιστοιχεί μόλις σε λίγες επιπλέον ημέρες κάλυψης, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για πιο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η σημερινή εξάρτηση της Αυστραλίας από εισαγόμενα καύσιμα είναι αποτέλεσμα μιας σταδιακής μετατόπισης των τελευταίων δεκαετιών.
Στη δεκαετία του 1990, η χώρα είχε σημαντική εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και διέθετε οκτώ διυλιστήρια που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, τα περισσότερα από αυτά έκλεισαν, καθώς κρίθηκαν οικονομικά ασύμφορα σε σύγκριση με τα νεότερα και πιο αποδοτικά διυλιστήρια της Ασίας.
Σήμερα, μόλις δύο παραμένουν σε λειτουργία, ενώ περίπου το 90% των αναγκών καλύπτεται από εισαγωγές, κυρίως από χώρες όπως η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και η Σιγκαπούρη.
Η στρατηγική αυτή, αν και οικονομικά συμφέρουσα για χρόνια, αφήνει τη χώρα εκτεθειμένη σε διεθνείς κρίσεις.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί, η Αυστραλία δεν έχει επενδύσει επαρκώς σε αποθέματα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «δίχτυ ασφαλείας» σε περιόδους αναταραχής.
Άποψη που εξέφρασε και ο βουλευτής του Κόμματος Ένα Έθνος, Barnaby Joyce.
Η αύξηση των αποθεμάτων, ωστόσο, δεν αποτελεί εύκολη λύση.
Το κόστος για την ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών εκτιμάται ότι θα μπορούσε να φτάσει τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε τέσσερα χρόνια, ενώ τα καύσιμα δεν μπορούν να αποθηκεύονται επ’ αόριστον, καθώς αλλοιώνονται με τον χρόνο.
Παρά τις δυσκολίες, η τρέχουσα κρίση έχει ανοίξει τη συζήτηση για την ανάγκη επανεξέτασης της ενεργειακής στρατηγικής της χώρας.
Κάποιοι προτείνουν την αναθεώρηση των όρων συμμετοχής στη συμφωνία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, δεδομένου ότι η σημερινή εξάρτηση από εισαγωγές καθιστά την επίτευξη των στόχων πιο δύσκολη από ό,τι τη δεκαετία του 1970, όταν θεσπίστηκαν.
Ταυτόχρονα, ενισχύεται η άποψη ότι η μακροπρόθεσμη λύση δεν βρίσκεται μόνο στην αύξηση των αποθεμάτων, αλλά στη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Η στροφή προς την ηλεκτροκίνηση και η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών, ιδιαίτερα στον τομέα των μεταφορών και της βιομηχανίας, προβάλλουν ως αναγκαία βήματα για τη θωράκιση της οικονομίας.
Ωστόσο η παρούσα συγκυρία, σύμφωνα με αναλυτές, δείχνει ότι το ζήτημα της ενέργειας δεν είναι πλέον απλώς οικονομικό, αλλά βαθιά στρατηγικό.









