Πριν από 70 χρόνια, δύο νεαρές Ελληνίδες έφτασαν στην Αυστραλία, αφήνοντας πίσω την πατρίδα τους για μια νέα ζωή. Στο ταξίδι γνώρισαν η μία την άλλη και δημιούργησαν μια φιλία που άντεξε επτά δεκαετίες. Αυτό που δεν γνώριζαν τότε είναι ότι θα μοιράζονταν και ένα νυφικό, το οποίο φόρεσαν συνολικά έξι γυναίκες, σε μια συγκινητική ιστορία που αποτυπώνει τις δυσκολίες αλλά και την αλληλεγγύη των πρώτων Ελλήνων μεταναστών στους Αντίποδες.
Πριν από εβδομήντα χρόνια, δύο νεαρές Ελληνίδες έφτασαν στην Αυστραλία, έχοντας αφήσει πίσω τους την πατρίδα, τις οικογένειές τους και μια ζωή που γνώριζαν.
Η Μαρία Αλεξάκη και η Ελένη Δούκα γνωρίστηκαν στο ταξίδι προς τους Αντίποδες και χωρίς να το γνωρίζουν τότε, θα μοιράζονταν όχι μόνο μια φιλία που κράτησε επτά δεκαετίες, αλλά και ένα νυφικό. Ένα νυφικό που φόρεσαν συνολικά έξι γυναίκες.
Η ιστορία του αποκαλύφθηκε χρόνια αργότερα, μέσα από τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες.
«Δεν υπάρχει κάτι που να αγαπώ περισσότερο από το να κοιτάζω φωτογραφίες, ιδιαίτερα τις παλιές οικογενειακές μας φωτογραφίες. Τις κοιτούσα μαζί με τη μητέρα μου και, πριν από περίπου δύο χρόνια, όταν μου ζητήθηκε να ετοιμάσω μια έκθεση, είδα δύο ή τρεις φωτογραφίες με νύφες που φορούσαν παρόμοιο φόρεμα. Και η μαμά μου είπε: "Ναι, όλες φορέσαμε το ίδιο φόρεμα". Κι εγώ δεν είχα ιδέα. Μου άρεσε πάντα το φόρεμα - δαντέλα στο πάνω μέρος, μανίκια τριών τετάρτων και τούλι στο κάτω μέρος. Ήταν πολύ όμορφο», αναφέρει η ομογενής φωτογράφος, Έφη Αλεξάκη, κόρη της Μαρίας.
Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε την ομογενή φωτογράφο σε μια μικρή έρευνα. Αναζητώντας φωτογραφίες και ονόματα, διαπίστωσε ότι το ίδιο φόρεμα είχε φορεθεί από έξι διαφορετικές νύφες.
Και πίσω από αυτή την ασυνήθιστη ιστορία κρυβόταν κάτι πολύ μεγαλύτερο: η οικονομική πραγματικότητα των πρώτων Ελλήνων μεταναστών.
«Δεν έχω ακούσει κάτι αντίστοιχο στην Αυστραλία. Αλλά δείχνει και την οικονομική τους κατάσταση. Ήρθαν εδώ αρκετά φτωχές, ήρθαν για να βελτιώσουν τη ζωή τους. Και το γεγονός ότι κάποια είχε ένα φόρεμα που μπορούσαν να δανειστούν ήταν φανταστικό. Τους εξοικονομούσε χρήματα», αναφέρει.

Για τη Μαρία Αλεξάκη, το φόρεμα αγοράστηκε μόλις λίγες ημέρες μετά την άφιξή της στην Αυστραλία. Ο αδελφός της πλήρωσε για αυτό.
Η ίδια ήταν η πρώτη από τις έξι γυναίκες που το φόρεσαν.
«Ήρθαμε στην Αυστραλία λίγες ημέρες πριν. Πήγαμε να ψάξουμε για φόρεμα. Το δοκιμάσαμε και το αγοράσαμε», είπε.
Η Μαρία παντρεύτηκε μόλις δέκα ημέρες μετά την άφιξή της.
«Ήρθα στις 19 Οκτωβρίου και παντρευτήκαμε στις 28 Οκτωβρίου», θυμάται.
Το νυφικό πέρασε στη συνέχεια από τη Μαρία στην Ελένη και από εκεί σε άλλες γυναίκες. Η Μαρία θυμάται ακόμη τα ονόματα ορισμένων από αυτές.
Για τις γυναίκες αυτές, όμως, η κοινή χρήση του νυφικού δεν ήταν απλώς μια περίεργη ή όμορφη ιστορία. Ήταν και ανάγκη.
Η Ελένη Δούκα θυμάται πως, όταν έφτασε στην Αυστραλία, δεν υπήρχαν χρήματα για περιττά έξοδα.
«Νομίζω ότι ήμουν τυχερή που δεν χρειάστηκε να αγοράσω τίποτα, γιατί δεν είχα καθόλου χρήματα. Ήμουν ιδιαίτερα τυχερή επειδή ήμουν η δεύτερη. Εκείνη την εποχή δεν είχαμε καθόλου χρήματα. Οι περισσότεροι νοίκιαζαν τα νυφικά. Αλλά επειδή το είχα εγώ, το δίναμε δωρεάν. Γιατί κάθε δολάριο που εξοικονομούσαμε ήταν κάτι. Επειδή ήρθαμε εδώ χωρίς τίποτα», σημειώνει.

Πριν από το νυφικό και τους γάμους, όμως, υπήρχε ένα πολύ μεγαλύτερο ταξίδι.
Η Μαρία και η Ελένη έφυγαν από την Ελλάδα το 1956. Το πλοίο «Tasmania», χρειάστηκαν 38 ημέρες για να φτάσουν από τον Πειραιά στο Σύδνεϋ.
Και για τις δύο γυναίκες, όπως και για πολλές ακόμη που έφταναν στη χώρα ως νύφες, το πλοίο δεν ήταν απλώς το μέσο που τις μετέφερε σε μια νέα ζωή. Ήταν ο τόπος όπου δημιουργήθηκε η φιλία τους.
«Αφήσαμε τις οικογένειές μας, αλλά επειδή ο αδελφός μου ήταν εδώ... Ήξερα τον άντρα μου από το χωριό μου, γιατί ήμασταν από το ίδιο χωριό. Ο άντρας μου ήταν πολύ καλός φίλος με τον μεγαλύτερο αδελφό μου. Ήταν γείτονες, ακριβώς δίπλα. Στο καράβι περάσαμε πολύ καλά. Το θυμάμαι αυτό», είπε η κα Μαρία Αλεξάκη.
Εβδομήντα χρόνια αργότερα, το φόρεμα δεν υπάρχει πια.
Υπάρχουν όμως οι φωτογραφίες και μέσα από αυτές, η ομογενής φωτογράφος Έφη Αλεξάκη κατάφερε να ξαναβρεί μια ιστορία που διαφορετικά θα μπορούσε να είχε χαθεί.





