Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα ο υπουργός Ενέργειας, Κρις Μπόουεν, εκατοντάδες πρατήρια καυσίμων σε όλη τη χώρα αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε ένα ή περισσότερα είδη καυσίμων.
Συγκεκριμένα, στη Νέα Νότια Ουαλία 187 πρατήρια έχουν ξεμείνει από πετρέλαιο και 32 έχουν εξαντλήσει πλήρως τα αποθέματά τους.
Στη Βικτώρια, 134 πρατήρια δεν διαθέτουν ένα ή περισσότερα καύσιμα, ενώ στο Κουίνσλαντ καταγράφονται 55 ελλείψεις σε πετρέλαιο και 35 σε αμόλυβδη βενζίνη.
Αντίστοιχα, στη Νότια Αυστραλία 49 πρατήρια αντιμετωπίζουν προβλήματα, στη Δυτική Αυστραλία οι ελλείψεις είναι περιορισμένες αλλά υπαρκτές, ενώ στην Τασμανία και την ACT καταγράφονται μεμονωμένα περιστατικά.
Η Βόρεια Επικράτεια παραμένει μέχρι στιγμής ανεπηρέαστη, όπως είπε ο υπουργός.
Παρά τη μικρή μείωση των ελλείψεων σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες, η εικόνα παραμένει εύθραυστη, με την κυβέρνηση να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και να αναμένει νέα ενημέρωση εντός της ημέρας.
Οι συνεχιζόμενες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής και η διακοπή της ναυσιπλοΐας έχουν προκαλέσει σοβαρές καθυστερήσεις στην εξαγωγή αργού πετρελαίου.
Όπως προειδοποιούν αναλυτές, υπάρχει χρονική υστέρηση μεταξύ της διαταραχής στην παραγωγή και της εμφάνισης των επιπτώσεων στις αγορές καυσίμων.
Αυτό σημαίνει ότι τα χειρότερα ενδέχεται να μην έχουν ακόμη φανεί.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιμένει ότι η κρίση οφείλεται κυρίως σε αυξημένη ζήτηση και όχι σε πραγματική έλλειψη αποθεμάτων.
Ο υπουργός Ενέργειας έχει καλέσει επανειλημμένα τους πολίτες να αποφύγουν τον πανικό και τις μαζικές αγορές καυσίμων, τονίζοντας ότι «τα καύσιμα συνεχίζουν να φτάνουν στη χώρα».
Η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε σειρά μέτρων, μεταξύ άλλων, σε αντικατάσταση έξι δεξαμενόπλοιων τα δρομολόγια των οποίων ακυρώθηκαν, εξασφάλιση τριών επιπλέον πλοίων μεταφοράς πετρελαίου και απελευθέρωση αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης.
Ο πρωθυπουργός Άντονι Αλμπανέζι αναγνώρισε την ανάγκη για καλύτερο εθνικό συντονισμό, συγκαλώντας εκ νέου το εθνικό συμβούλιο (National Cabinet) εν μέσω αυξανόμενων πιέσεων.
Η αντιπολίτευση ασκεί έντονη κριτική, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι η επάρκεια αλλά η διανομή.
Ο σκιώδης υπουργός Οικονομικών, Άνγκους Τέιλορ, δήλωσε χαρακτηριστικά:
«Τα αποθέματα υπάρχουν, αυτό μας λένε. Τότε γιατί δεν μεταφέρονται στα πρατήρια που έχουν ξεμείνει;»
Παράλληλα, ο σκιώδης υπουργός Άμυνας, Τζέιμς Πάτερσον, προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις από τη διακοπή της ροής πετρελαίου θα γίνουν πιο αισθητές τις επόμενες εβδομάδες, όταν τα διυλιστήρια αρχίσουν να αντιμετωπίζουν πραγματικές ελλείψεις.
Υποστηρίζει επίσης ότι η κυβέρνηση διαθέτει «εξαιρετικές εξουσίες» μέσω της νομοθεσίας για την ασφάλεια καυσίμων, τις οποίες δεν αξιοποιεί επαρκώς.
Το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του νόμου περί έκτακτης ανάγκης για τα καύσιμα παραμένει στο τραπέζι, αν και η κυβέρνηση τονίζει ότι το όριο για κάτι τέτοιο είναι «εξαιρετικά υψηλό».
Ο Μπάρναμπι Τζόις προειδοποιεί για πιθανές ελλείψεις τροφίμων:
«Θα ξεκινήσει με μικρά πράγματα — ίσως δεν βρίσκεις αυγά. Και μετά θα κλιμακωθεί. Όταν το καταλάβουμε, θα είναι αργά.»
Ο επιχειρηματικός κόσμος ζητά να εξεταστούν όλα τα ενδεχόμενα, από δελτίο καυσίμων μέχρι μείωση φόρων και ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών.
Η άνοδος των τιμών των καυσίμων έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει το κόστος μεταφορών και, κατ’ επέκταση, τις τιμές βασικών αγαθών.
Ο υπουργός Οικονομικών Τζιμ Τσάλμερς παραδέχεται ότι οι προβλέψεις για πληθωρισμό έως 5% ενδέχεται να αποδειχθούν «υπερβολικά αισιόδοξες», ζητώντας νέα μοντέλα εκτίμησης.
Η αύξηση του πληθωρισμού ενδέχεται να οδηγήσει και σε άνοδο των επιτοκίων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα νοικοκυριά.
Παράλληλα, επιχειρήσεις αναφέρουν ήδη προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα, ενώ εργαζόμενοι εμφανίζονται διστακτικοί να μετακινηθούν λόγω αβεβαιότητας και κόστους.
Η αύξηση του κόστους καυσίμων ενισχύει το ενδιαφέρον για ηλεκτρικά οχήματα, δημόσιες συγκοινωνίες και πρακτικές όπως το car pooling.
Η κυβέρνηση, αλλά και οι επιχειρηματικοί φορείς, ενθαρρύνουν τέτοιες επιλογές ως μέρος της λύσης.
Με στοιχεία από SBS News, ABC News, AAP




