Πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον ο πρώτος γύρος συνομιλιών μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ, η πρώτη επαφή αυτού του επιπέδου εδώ και τριάντα χρόνια, όπως επισημαίνει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τη Μέση Ανατολή.
Οι συνομιλίες έγιναν υπό την προεδρία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος χαρακτήρισε τη διαδικασία «ιστορική ευκαιρία», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «όλα τα πολύπλοκα ζητήματα δεν θα επιλυθούν μέσα στις επόμενες έξι ώρες».
Ισραήλ και Λίβανος συμφώνησαν να ξεκινήσουν απευθείας διαπραγματεύσεις σε χρόνο και τόπο που θα συμφωνηθούν από κοινού.
Οι δύο πλευρές συζήτησαν τρόπους διασφάλισης της μακροπρόθεσμης ασφάλειας στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ, καθώς και τη στήριξη προς τον Λίβανο στην προσπάθειά του να ανακτήσει τον έλεγχο της επικράτειάς του και του πολιτικού του μέλλοντος από τη Χεζμπολάχ, όπως δήλωσε αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Οι συνομιλίες αυτές είναι οι πρώτες μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου από το 1993 και αποτελούν ένα σημαντικό βήμα για δύο χώρες που δεν διατηρούν διπλωματικές σχέσεις και βρίσκονται επίσημα σε κατάσταση πολέμου από την ίδρυση του Ισραήλ το 1948.
Ο πρέσβης του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, Γιεχίελ Λάιτερ, δήλωσε ότι η λιβανική κυβέρνηση κατέστησε σαφές, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ, ότι δεν επιθυμεί πλέον να βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Χεζμπολάχ.
Από λιβανικής πλευράς, η πρέσβης Νάντα Χαμαντέ Μοαουάντ χαρακτήρισε τη συνάντηση «εποικοδομητική», δηλώνοντας: «Ζήτησα την κατάπαυση του πυρός και την επιστροφή των εκτοπισμένων στα σπίτια τους».
Παράλληλα επανέλαβε την επείγουσα ανάγκη για την πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας παύσης των εχθροπραξιών.
Πάντως η διαδικασία κάθε άλλο παρά εύκολη είναι, όπως επισημαίνουν πολιτικοί αναλυτές. Η Χεζμπολάχ, που υποστηρίζεται από το Ιράν, απαιτεί την αναστολή των συνομιλιών και δηλώνει ότι «δεν θα δεσμευτεί από καμία συμφωνία».
Την ίδια ώρα, το Ισραήλ επιμένει ότι βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε εκεχειρία είναι ο αφοπλισμός της οργάνωσης.
Να σημειωθεί πως οι Ισραηλινές επιδρομές συνεχίζονταν στον νότιο Λίβανο ακόμη και λίγες ώρες πριν από την έναρξη των συνομιλιών, ενώ μόνο την τελευταία ημέρα, σύμφωνα με το λιβανικό υπουργείο Υγείας, 35 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.
Από την πλευρά της η Χεζμπολάχ δήλωσε ότι έπληξε 13 πόλεις στο βόρειο Ισραήλ, την ώρα που ξεκινούσαν οι συνομιλίες.
Συνολικά, οι νεκροί από την έναρξη της σύγκρουσης ξεπερνούν τους 2.100, ανάμεσά τους 168 παιδιά, με χιλιάδες τραυματίες.
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται μετά από μια δραματική κλιμάκωση. Την περασμένη εβδομάδα, περισσότεροι από 300 άνθρωποι σκοτώθηκαν μέσα σε μόλις δέκα λεπτά, όταν το Ισραήλ ανακοίνωσε ότι έπληξε περίπου 100 στόχους σε ολόκληρο τον Λίβανο.
Ο μεγάλος αριθμός αμάχων θυμάτων, ανάμεσά τους και παιδιά, φαίνεται ότι προκάλεσε έντονη ανησυχία ακόμη και στον Λευκό Οίκο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να κάλεσε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου «να επιδείξει αυτοσυγκράτηση».
Λίγες ώρες αργότερα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δήλωσε ότι είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε συνομιλίες με τον Λίβανο, μια θέση που μέχρι πρότινος απέρριπτε κατηγορηματικά.
Με αμείωτη ένταση συνεχίζεται η κρίση και στα Στενά του Ορμούζ με την Κίνα να χαρακτηρίζει τον αμερικανικό αποκλεισμό ως «επικίνδυνο και ανεύθυνο», την ώρα που παραμένει ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το Ιράν εξετάζει μια «βραχυπρόθεσμη παύση» στις μεταφορές μέσω των Στενών, «ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντιπαράθεση με το αμερικανικό ναυτικό».
Παράλληλα, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι περισσότεροι από 10.000 στρατιωτικοί, περίπου δέκα πολεμικά πλοία και δεκάδες αεροσκάφη συμμετέχουν στην επιχείρηση αποκλεισμού, επισημαίνοντας ότι «καμία κίνηση δεν κατάφερε να διασπάσει τον αμερικανικό αποκλεισμό» το πρώτο 24ωρο.
Σε διπλωματικό επίπεδο, συνεχίζονται οι προσπάθειες επαναπροσέγγισης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, με πιθανό νέο γύρο συνομιλιών στο Πακιστάν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι συνομιλίες «θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μέσα στις επόμενες δύο ημέρες», ενώ ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος, λέγοντας ότι «η δυσπιστία δεν μπορεί να λυθεί εν μία νυκτί».
Πάντως ο Αμερικανός πρόεδρος δεν παρέλειψε να στρέψει τα βέλη του προς μία ακόμη σύμμαχη χώρα των Ηνωμένων Πολιτειών, επικρίνοντας την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζιόρτζια Μελόνι, για την απροθυμία της να συνδράμει στον πόλεμο με το Ιράν.
Σε δηλώσεις του ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, υπογράμμισε πως οι ειρηνευτικές συμφωνίες απαιτούν συνεχή δέσμευση και πολιτική βούληση και πως οι ουσιαστικές διαπραγματεύσεις πρέπει να επαναληφθούν και η εκεχειρία πρέπει να διατηρηθεί και να παραταθεί όπου χρειάζεται.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη επεξεργάζεται το δικό της σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, ανακοίνωσε ότι προωθείται μια διεθνής αποστολή που «δεν θα περιλαμβάνει τα εμπόλεμα μέρη», δηλαδή τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν.
Στόχος είναι η αποκατάσταση της ασφάλειας στη ναυσιπλοΐα, με πιθανή συμμετοχή και της Γερμανίας, η οποία μέχρι σήμερα εμφανιζόταν επιφυλακτική.
Μάλιστα, την Παρασκευή, ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ αναμένεται να συγκαλέσουν διεθνή τηλεδιάσκεψη με τη συμμετοχή δεκάδων χωρών για το μέλλον της επιτήρησης στα Στενά του Ορμούζ.





