Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Ηλίας Κουσκουβέλης, κάτοχος της «Έδρας του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας στις Στρατηγικές Σπουδές» με την επωνυμία «Θουκυδίδης», μιλά στο Ελληνικό Πρόγραμμα για δημοψήφισμα στην πΓΔΜ και το μέλλον της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Περισσότεροι από 650.000 κάτοικοι στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ποσοστό άνω του 90%, ψήφισαν «ναι» στο δημοψήφισμα και στο ερώτημα αν αποδέχονται την συμφωνία ανάμεσα στην χώρα τους με την Ελλάδα, προκειμένου να ξεκινήσουν οι διαδικασίες για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ. Την ίδια στιγμή, μεγάλο ερώτημα αποτελεί για το κατά πόσο το δημοψήφισμα είναι έγκυρο ή νόμιμο καθώς η συμμετοχή περιορίστηκε στο 36%.
Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Ηλίας Κουσκουβέλης, μιλώντας στο Ελληνικό Πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας SBS δήλωσε ότι τυπικά και νομικά το δημοψήφισμα δεν είναι έγκυρο. «Το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας απαιτεί το 50% στους εγγεγραμμένους ψηφοφόρους στους εκλογικούς καταλόγους».
Ωστόσο, ο κ. Κουσκουβέλης παρατήρησε ότι πολιτικά, το δημοψήφισμα είναι έγκυρο, όπως ισχυρίζεται ο πρωθυπουργός της πΓΔΜ, Ζόραν Ζάεφ, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του και τα αλβανικά κόμματα. «Ο κ. Ζάεφ θα φέρει την έγκριση της συνταγματικής αναθεώρησης που προκύπτει από την Συμφωνία των Πρεσπών στην Βουλή του. Και για να γίνει αυτό θέλει τα 2/3, κάτι που δεν φαίνεται πιθανό μέχρι στιγμή. Η Συμφωνία δεν φαίνεται να έχει ένα ευοίωνο μέλλον, αν συνεχιστεί το κλίμα πόλωσης στην γειτονική της Ελλάδας χώρα», συμπλήρωσε ο κ. Κουσκουβέλης.

Στο ερώτημα αν ενδεχομένως οι εξελίξεις στα Σκόπια επιτρέψουν στην ελληνική πλευρά και την Αθήνα να αναδείξει τον εθνικισμό και την αδιαλλαξία των Σκοπιανών, ο καθηγητής Κουσκουβέλης είπε ότι αυτό θα είναι κάτι το οποίο ενδέχεται να γίνει. «Η επιστημονική μου άποψη», είπε, «είναι ότι μπορεί να γίνει. Το να απορρίπτουν μια συμφωνία στην οποία απλώς μπαίνει ένα πρόθεμα και γίνεται ‘Βόρεια Μακεδονία’, διατηρούν ταυτότητα και γλώσσα, με τον προσδιορισμό βεβαίως ότι δεν έχουν σχέση με την ελληνική αρχαιότητα και ένας συμβιβασμός υπέρ τους που τους ευνοεί περισσότερο απ’ ό,τι ευνοεί εμάς (την Ελλάδα), δημιουργεί σαφέστατα την αίσθηση ότι ο εθνικισμός, σε υπέρτατο βαθμό, είναι παρόν στην γειτονική μας χώρα».
Ο κ. Κουσκουβέλης που είναι κάτοχος της «Έδρας του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας στις Στρατηγικές Σπουδές» με την επωνυμία «Θουκυδίδης», ανέφερε ότι «οι ομογενείς στην Αυστραλία, είναι γνωστό ότι βιώνουν τέτοιου είδους καταστάσεις, όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στον Καναδά. Γνωρίζουν, δηλαδή, ότι πολλοί από τους γείτονές μας ζουν σε μια κατάσταση εκτός πραγματικότητας αφού συνεχίζουν στην μεγάλη τους πλειοψηφία να συνδέουν την δικιά τους ταυτότητα με την ελληνική αρχαιότητα παρά την ύπαρξη δέκα τουλάχιστον αιώνων διαφοράς ανάμεσα στον Μέγα Αλέξανδρο και τα σλαβικά φύλα που εμφανίστηκαν στην νοτιοανατολική Ευρώπη».

Όσον αφορά την παρέμβαση των ξένων δυνάμεων στην περίοδο πριν το δημοψήφισμα, ο κ. Κουσκουβέλης είπε ότι «μετά βεβαιότητα, μπορούμε να πούμε ότι οι ξένες δυνάμεις προσπάθησαν να ενισχύσουν είτε τον κ. Ζάεφ είτε την άλλη πλευρά. Είδαμε πολλές επισκέψεις Δυτικών στα Σκόπια και προς το τέλος της προεκλογικής εκστρατείας αλλά και τη δημιουργία διαφημιστικών μηνυμάτων από την πλευρά του μποϊκοτάζ που έχουν χρηματοδοτηθεί είτε από την ομογένεια τους σε Αυστραλία, ΗΠΑ και Καναδά είτε από τρίτους παράγοντες».
Όσον αφορά τη στάση που πρέπει να κρατήσει από δω και στο εξής η ελληνική πλευρά είπε ότι πρέπει να παραμείνει ψύχραιμη και νηφάλια. «Εμείς ως πολίτες να μην σπεύδουμε να βγάζουμε γρήγορα συμπεράσματα και να μην πέσουμε στην παγίδα της πόλωσης στην οποία ασφαλώς έχουν πέσει οι γείτονές μας. Να επικοινωνήσουμε το ζήτημα της αδιαλλαξίας και του εθνικισμού των γειτόνων μας, καθώς σε κάποια στιγμή θα αρχίσει αυτό που λέει το λεγόμενο ‘blame game’, το παιχνίδι απόδοσης ευθυνών. Πρέπει να φανεί ξεκάθαρα η στάση του πληθυσμού της γείτονας χώρας και επιτέλους θα πρέπει τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς να έχουν καλύτερη τύχη απ’ αυτή που έτυχαν μέχρι τώρα. Σ’ αυτό θα έπρεπε να συμβάλλουμε όλοι μας, είτε βρισκόμαστε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, όπως οι ομογενείς μας στην Αυστραλία».





